Η Ελλάς «κείται μακράν»... μας είπε ο Μπουαγιέ.
Με την ευκαιρία της εθνικής γιορτής εμφανίζεται περιστασιακά στη δημοσιότητα η ρομαντική ιστορία για τη βοήθεια που προσέφερε η Αϊτή στους επαναστατημένους Έλληνες. Πρώτη απ’ όλες τις ανεξάρτητες χώρες -όπως γράφεται- μας αναγνώρισε επίσημα ως επαναστατημένο Έθνος.
Τι όμορφη και συγκινητική ιστορία! Μια μικρή υπερπόντια νησιωτική χώρα, που μόλις είχε αποκτήσει h ίδια την ανεξαρτησία της από τους αποικιοκράτες Γάλλους (το 1804), ένα έθνος πρώην Αφρικανών δούλων, συμμεριζόταν με αίσθημα συμπάθειας, αλληλεγγύης και θαυμασμού τον αγώνα των Ελλήνων κατά της δικής τους δουλείας.

Η μικρή θρυαλλίδα ρομαντισμού άναψε λαμπρή φλόγα φιλελληνισμού χιλιάδες μίλια μακριά απ’ τα επαναστατημένα ακρογιάλια του Μωρηά. Από τότε και μετά, και ειδικά τα τελευταία χρόνια του διαδικτύου, συντηρείται ένας μύθος διπλωματικής αναγνώρισης, όσο και αποστολής οικονομικής και στρατιωτικής βοήθειας, από το «υστέρημα» του Αϊτινού Έθνους.
Τα παίρνουμε όμως με τη σειρά:

Η Αϊτή είναι γαλλόφωνο κράτος στο δυτικό μέρος του νησιού της Ισπανιόλα (το ανατολικό και ισπανόφωνο είναι η Δομινικανή Δημοκρατία). Μετά από τη Γαλλική Επανάσταση υπήρξε εξέγερση των Αφρικανών δούλων που δούλευαν στις φυτείες καφέ, ζαχαροκάλαμου και βαμβακιού. Ύστερα από μακροχρόνιους αγώνες, οι κάτοικοι του νησιού κατάφεραν να εκδιώξουν τους Γάλλους αποικιοκράτες και ίδρυσαν το πρώτο ανεξάρτητο κράτος εγχρώμων πολιτών στον Νέο Κόσμο, την Πρωτοχρονιά του 1804.
Μέχρι την εποχή της Ελληνικής Επανάστασης, το 1821, το νέο κράτος της Αϊτής ήταν ασταθές. Μόλις το 1822 ο (αυτο)ανακηρυγμένος ισόβιος Πρόεδρος (Κυβερνήτης) Ζαν-Πιερ Μπουαγιέ κατάφερε να ενοποιήσει τις βόρειες, νότιες και ανατολικές επαρχίες σε ένα κάπως πιο σταθερό και ενιαίο κράτος.
Σ’ αυτόν τον μιγά και μορφωμένο Πρόεδρο (με κλασσική παιδεία όπως αποδεικνύεται), απευθύνθηκε με επιστολή της η Επιτροπή των Παρισίων, τον Αύγουστο του 1821, για βοήθεια προς τους επαναστατημένους Έλληνες. Η Επιτροπή ήταν η παρισινή εκδοχή των διάφορων φιλελληνικών Κομιτάτων (Επιτροπών), τα οποία είχαν συστηθεί ανά την Ευρώπη για να συνδράμουν την Επανάσταση, είτε με εισφορές μελών και φιλελλήνων, είτε με συγκέντρωση εθελοντών, είτε με τη συγκέντρωση πολεμοφοδίων και υλικού, είτε με την προσπάθεια επιρροής των κέντρων εξουσίας και διαμόρφωσης μιας συμπαθούς για τον Αγώνα ευρωπαϊκής κοινής γνώμης.
Στην Επιτροπή των Παρισίων μετείχε ο μέγας Κοραής και οι περί αυτών Έλληνες και φιλέλληνες της γαλλικής πρωτεύουσας. Απευθύνθηκαν σε πολλούς μονάρχες (Αυλές) και Δεσπότες, αλλά φαίνεται ότι η μόνη (;) απάντηση που πήραν ήταν από τις πιο απίθανες: αυτή της μικρής, μακρινής και «έγχρωμης» Αϊτής! Ή καλύτερα, από τον Αϊτινό ισόβιο Πρόεδρό της.
Μετά τα στομφώδη εισαγωγικά, η επιστολή-πρόσκληση της Επιτροπής γινόταν σαφής ως προς την αίτηση υλικής στήριξης του ελληνικού Αγώνα:
“Γενναίοι Αϊτινοί, έχετε υποφέρει τους πόνους της δουλείας που προ ολίγου σας βάραινε. Τέκνα της Αφρικής, της οποίας οι ακτές πρόσκεινται σε εκείνες της Ελλάδος, ελάτε να μας βοηθήσετε· 30.000 τυφέκια και χρήματα μας είναι απαραίτητα. Κι αν σε αυτό το δώρο ή δάνειο προσετίθετο η άφιξη ενός των ταγμάτων σας, ορμώμενου από την καρδιά της Αμερικής, τούτο θα έφερνε τον τρόμο στην ψυχή των λιπόψυχων βασανιστών μας. Το νησί της Ύδρας είναι το λιμάνι στο οποίο μπορείτε να στείλετε την βοήθειά σας.”
Συνέχιζε δε με επίκληση στην ηθική αξία μιας τέτοιας προσφοράς και στην αιώνια διάρκειά της στη μνήμη των δύο λαών, και όχι μόνον:
“Η Ελλάς θα σας ήταν υπόχρεη για αυτές τις θυσίες. Μια τρυφερή φιλία θα παγιωνόταν ανάμεσα στους απογόνους σας και στους δικούς μας ως τα βάθη των αιώνων. Θα τους κληροδοτήσουμε την ευγνωμοσύνη μας. Η ιστορία θα επαναλαμβάνει στις μελλοντικές γενιές ότι η σημαία της Αϊτής, κυματίζουσα στην Μεσόγειο, ήρθε να ενωθεί με εκείνη της αναστημένης Ελλάδος. Θα ήταν μια εποχή δόξας για τα δύο έθνη, και ένας από τους ωραιότερους θριάμβους της δικαιοσύνης και της ανθρωπιάς.”
Σχεδόν όλοι οι σημερινοί δημοσιογραφικοί ιστότοποι, αλλά και πανεπιστημιακές αναφορές ακόμα, μιλάνε για την ένθερμη και ευγενή ανταπόκριση του Αϊτινού λαού, η οποία εκφράστηκε:
α. με την υποστηρικτική απάντηση του Προέδρου Μπουαγιέ και
β. με τη συγκινητική, αλλά πρακτικά ισχνή υλική βοήθεια που απεστάλη: 45 τόνοι καφέ (αντί χρημάτων) και απόσπασμα 100 γενναίων Αϊτινών πολεμιστών.
Η αλήθεια όμως είναι ότι πέρα από την ολόψυχη φραστική υποστήριξη της απάντησης του Μπουαγιέ (που είχε κάποια διπλωματική -έστω- αξία), ουδεμία πρακτική επικουρία δεν ήρθε ποτέ, όχι επειδή στάλθηκε και δεν έφτασε (από ενδεχόμενα ατυχή γεγονότα), αλλά επειδή οι Αϊτινοί δεν σκέφτηκαν καν, ουδέποτε, να αποστείλουν οποιαδήποτε υλική αρωγή.

Διαβάζουμε την επιστολή απάντηση του Μπουαγιέ προς τους Έλληνες, όπως διασώθηκε, σε ελληνική μετάφραση, στο «Δοκίμιον Ιστορικόν περί της Ελληνικής Επαναστάσεως» του φιλικού, ιστορικού και αγωνιστή του ’21, Ιωάννου Φιλήμονος:
Ζαν Πιερ Μπουαγέ, πρόεδρος του Χαϊτίου,
προς τους Πολίτας της Ελλάδος Α. Κοραήν, Κ. Πολυχρονιάδην, Α. Βογορίδην και Κ. Κλωνάρην.
“Εις τα Παρίσια
Πριν ή δεχθώμεν την επιστολή υμών, σημειουμένην εκ Παρισίων τη 20η παρελθόντος Αυγούστου, έφθασεν ενταύθα η είδησις της επαναστάσεως των συμπολιτών υμών κατά του δεσποτισμού, του επί τρεις περίπου διαρκέσαντος εκατονταετηρίδας.
Μετά μεγάλου ενθουσιασμού εμάθομεν ότι η Ελλάς αναγκασθείσα τέλος πάντων εδράξατο των όπλων, ίνα κτήσηται της ελευθερίαν αυτής και την θέσιν, ήν μεταξύ των εθνών του κόσμου κατείχε. Μία τόσον ωραία και τόσον νόμιμος υπόθεσις, και προ πάντων αι συνοδεύσασαι ταύτην πρώται επιτυχίαι, ουκ εισίν αδιάφοροι τοις Χαϊτίοις, οίτινες, ως οι Ελληνες επί πολύν καιρόν έκλινον τον αυχένα υπό ζυγόν επονείδιστον και δια των αλύσεων αυτών συνέτριψαν την κεφαλήν της τυραννίας.
Ευχηθέντες προς τον ουρανόν, όπως υπερασπισθή τους απογόνους του Λεωνίδου, εσκέφθημεν ίνα συντρέξωμεν τας γενναίας δυνάμεις τούτων, ει μη διά στρατευμάτων και πολεμοφοδίων, τουλάχιστον διά χρημάτων, ως χρησίμων εσομένων διά προμήθειαν όπλων, ών έχετε ανάγκην. Συμβεβηκότα όμως, επιβαλόντα τη πατρίδι ημών μεγάλην ανάγκην, επησχόλησαν όλον το χρηματικόν, εξ ού η Διοίκησις ηδύνατο καταβάλει μέρος. Σήμερον έτι η επανάστασις, η κατά το ανατολικόν μέρος της νήσου επικρατούσα υπάρχει νέον προς την εκτέλεσιν αυτού του σκοπού κώλυμα. Επειδή το μέρος όπερ ηνώθη μετά της Δημοκρατίας, ής προεδρεύω, υπάρχει εν μεγίστη ενδεία και προκαλεί δικαίως μεγάλην του ταμείου ημών την την δαπάνην. Εάν δ’ επέλθωσι κατάλληλοι, ως επιθυμούμεν, αι περιστάσεις, τότε βοηθήσωμεν προς τιμήν ημών τοις τέκνοις της Ελλάδος, όσον δυνηθώμεν.
Πολίται, διερμηνεύσατε προς τους συμπατριώτας υμών τας θερμοτέρας ευχάς, άς λαός του Χαϊτίου αναπέμπει υπέρ της ελευθερώσεως αυτών. Οι μεταγενέστεροι Ελληνες ελπίζουσιν εν τη αναγεννωμένη ιστορία τούτων άξια της Σαλαμίνος τρόπαια. Είθε παρόμοιοι τοις προγόνοις αυτών αποδεκνυόμενοι και υπό των διαταγών του Μιλτιάδου διευθυνόμενοι, δυνηθώσιν εν τοις πεδίοις του νέου Μαραθώνος τον θρίαμβον της ιεράς υποθέσεως, ήν επεχείρησαν υπέρ των δικαιωμάτων αυτών, της θρησκείας και της πατρίδος. Είθε, τέλος, διά των φρονίμων διατάξεων αυτών μνημονευθώσιν εν τη ιστορία οι κληρονόμοι της καρτερίας και των αρετών των προγόνων.
Τη 15η Ιανουαρίου 1822 και 19η της Ανεξαρτησίας
Μπόγερ”...
Με δυο λόγια: πρόκειται για ευχές· και μόνον. Μια απάντηση του τύπου «σας ευχόμαστε τα καλύτερα, αλλά δεν μπορούμε να βοηθήσουμε».
Ας κάνουμε μερικές ενδιαφέρουσες παρατηρήσεις:
- Η ευθεία σύνδεση μεταξύ των επαναστατημένων Ελλήνων του 1821 και των αρχαίων προγόνων τους, είναι ακριβώς αυτό που επιδίωκαν οι κύκλοι του φιλελληνισμού και του Κοραή. Φαίνεται μάλιστα ότι το πέτυχαν. Οι μορφωμένες τάξεις του Δυτικού κόσμου, στις οποίες ανήκει ο Μπουαγιέ -ή οι σύμβουλοί του-(η Αϊτή περιλαμβάνεται στον εξευρωπαϊσμένο Νέο Κόσμο), απέδιδαν φόρο τιμής στην κοιτίδα του φιλελεύθερου ευρωπαϊκού πνεύματος και του δυτικού πολιτισμού. Η γέφυρα μεταξύ της κλασσικής Ελλάδας και των Ελλήνων της σύγχρονης εποχής (από την Επανάσταση και εντεύθεν), είναι άλλωστε το κυρίαρχο ιδεολόγημα πάνω στο οποίο στήθηκε το Ελλαδικό Κράτος και ο σύγχρονος εθνικός συστατικός μύθος. Αν και ο αρχικός στόχος της αναφοράς στην Κλασσική Ελλάδα είναι ξεκάθαρα πολιτικός, διπλωματικός και στρατιωτικός, οι συνέπειες στην διαμόρφωση της πολιτικής και πολιτισμικής εικόνας της σύγχρονης Ελλάδας, τόσο για τους ξένους όσο και για τους ίδιους τους Έλληνες (η αυτοεικόνα μας), ήταν καθοριστικές. Η ελληνιστική, βυζαντινή και μεταβυζαντινή ιστορία του Ελληνισμού αποσιωπήθηκε, εν μέσω δοξολογίας των ΑΗΠ [1]· ο περήφανος οικουμενισμός που χαρακτηρίζει αυτή τη δισχιλιόχρονη περίοδο σταδιακά θα υποσταλλεί (η Μεγάλη Ιδέα θα εμπνεύσει το Έθνος για ακόμη έναν αιώνα μετά την Επανάσταση μέχρι τη συντριβή της το 1922)· η Ρωμηοσύνη πολιτικά, πολιτιστικά και πολιτισμικά θα κατασταλεί (ιδιαίτερα μετά 2ο μισό του 20ου αιώνα, όταν οι μνήμες των απογόνων των προσφύγων αρχίζουν να εξασθενίζουν)· μέχρι που θα αναδειχθούν νεόκοπες θεωρίες (σήμερα σχεδόν κυρίαρχες στους «προοδευτικούς» πανεπιστημιακούς κύκλους), περί του νεοσύστατου Έθνους των «νεο-Ελλήνων», έθνος πλασμένο αρχικά στη φαντασία των ξένων και εμφυτευμένο κατόπιν, από ξένους και εγχώριους κλασικιστές, στη συνείδηση των πρώην άεθνων κατοίκων της ελληνικής χερσονήσου.
- Ο παραλληλισμός των ελληνοπερσικών μαχών με τους απελευθερωτικούς αγώνες, είτε εθνικούς, είτε κοινωνικούς, κατά της δουλείας.
- Τα θερμά αρχικά λόγια γρήγορα συνοδεύονται με καταλάγιασμα των όποιων προσδοκιών των Ελλήνων για πρακτική βοήθεια. Ο Μπουαγιέ αναφέρεται στις δυσκολίες που αντιμετωπίζει η χώρα του, η οποία βρίσκεται ακόμη σε αναταραχή και σε ένδεια, συνεπώς δεν διαθέτει -προς το παρόν- δυνατότητες αποστολής υλικής βοήθειας. Όμως, «αναπέπεμπει τας θερμοτέρας ευχάς» για την απελευθέρωσή μας. Ήτοι: απομακρύνεται με «ελαφρά πηδηματάκια»!
- Η επίκληση «Πολίται», και μόνον αυτή, μπορεί να εκληφθεί ότι έχει διπλωματική αξία. Αν οι Έλληνες αντεπιστέλλοντες του Μπουαγιέ είναι «πολίτες» (κατά το γαλλικό «citoyens», με το οποίο απευθύνονταν οι ηγέτες της Γαλλικής Επανάστασης στο λαό), τότε θα πρέπει να υπάρχει και κυρίαρχο «Κράτος», του οποίου είναι «πολίτες». Ο Μπουαγιέ χρησιμοποιεί εδώ υπερβατικό, -για να μην πούμε υπερβολικό- λόγο, πλήρως αναντίστοιχο με την πραγματική πολιτική και στρατιωτική κατάσταση στην επαναστατημένη Ελλάδα. Η επίκληση «Πολίται» μπορεί να ανυψώνει το ηθικό των παραληπτών της επιστολής, αλλά δεν συνιστά, ούτε καν έμμεση, αναγνώριση της ανεξαρτησίας του Έθνους των επαναστατημένων Ελλήνων (Ελληνικό Κράτος [2]-εννοείται- δεν υπήρχε). Μόνο η έμπρακτη αναγνώριση της δικαιοπρακτικής ικανότητας της Επαναστατικής Διοίκησης Ελλήνων, ως νομικό πρόσωπο κατά το Διεθνές Δίκαιο, θα μπορούσε να λειτουργήσει ως διπλωματική αναγνώριση του κράτους της «Ελλάδας». Αυτό ακριβώς συνέβη αργότερα (1824, 1825), με τη σύναψη των Δανείων της Ανεξαρτησίας, όταν οι εκπρόσωποι των επαναστατημένων Ελλήνων, συνυπέγραψαν τις δανειακές συμβάσεις με τους τραπεζίτες του Λονδίνου, ως εκπρόσωποι της «Προσωρινής Διοικήσεως της Ελλάδος», δηλαδή του υπό διαμόρφωση -μελλοντικού- Κράτους [3].
Δεν ισχύει συνεπώς αυτό που αναπαράγεται συνεχώς στο διαδίκτυο και σε διάφορες εκδοχές ότι: «η Αϊτή ήταν η πρώτη χώρα που αναγνώρισε την Ελλάδα».
Ευτυχώς, το Υπουργείο Εξωτερικών είναι πιο προσεκτικό στη διατύπωσή του. Χωρίς να ανασκευάζει με ρητό τρόπο την εντύπωση που αποκομίζουν οι περισσότεροι, μεταξύ αυτών και οι μη λεπτολόγοι των διεθνών σχέσεων, το ΥΠΕΞ στη σχετική σελίδα του γράφει ότι η επιστολή τού Μπουαγιέ (και όχι κάποια επίσημη ανακοίνωση του Κράτους της Αϊτής) «αποτελεί την πρώτη αναγνώριση της Επανάστασης από ηγέτη ανεξάρτητου κράτους της εποχής». Αυτό μάλιστα, είναι ακριβές! Πηγή 4.
Αντίθετα με ό,τι πιστεύεται, ότι δηλαδή ακόμα και χωρίς την ευχέρεια σοβαρής υλικής βοήθειας -λόγω απόστασης και πρακτικών δυνατοτήτων- εντούτοις, η Αϊτή προσέτρεξε να υποστηρίξει ένθερμα τον Αγώνα μας, η αλήθεια είναι ότι η Αϊτή απέφυγε να υποστηρίξει επίσημα την Ελληνική Επανάσταση. Έχοντας η ίδια επαναστατήσει έναντι κατοχικών δυνάμεων, η Αϊτή φοβόταν τις συνέπειες της αυτόκλητης εμπλοκής ξένων παραγόντων στα δικά της εσωτερικά θέματα. Συνεπώς, επέλεξε την αποστασιοποίηση. Μια επιστολή μόνον του Προέδρου, με θερμή φραστική συμπάθεια, και…τέλος!
Η ιστορική αλήθεια παρουσιάζεται στην ωραία μελέτη του Θεόδωρου Παπαδόπουλου που δημοσιεύτηκε εδώ: Αϊτή και Ελληνική Επανάσταση: Αλήθειες και ψέματα - Cognosco Team.
Συνοψίζοντας:
Δύο Αϊτινοί ιστορικοί (λευκοί αυτοί, προφανώς εκπρόσωποι της ευρωπαϊκής συνιστώσας της Αϊτινής μορφωμένης κοινωνίας), ο Thomas Madiou (1815-1884) και ο Alexis Beaubrun Ardouin (1796-1865) αναφέρονται στο θέμα της επιστολής και των σχετικών συζητήσεων περί βοήθειας, οι οποίες απασχόλησαν την Προεδρία της Αϊτής.
Ο πρώτος (Ιστορία της Αϊτής, VI, σελ. 219-225, 1843) καταλήγει ότι καλώς δεν ανταποκρίθηκε επισήμως η Αϊτή: “… Εάν η Ευρώπη εκείνη την εποχή λάμβανε υπ’ όψιν το διεθνές δίκαιο για να μην επεμβαίνει άμεσα στις υποθέσεις της Ελλάδος, εμείς είχαμε ακόμη σοβαρότερο λόγο για να διατηρήσουμε την ουδετερότητά μας, ακόμη περισσότερο την στιγμή που η σημαία μας δεν είχε ακόμη αναγνωρισθεί από τις ξένες δυνάμεις…”.
Ο δεύτερος (Μελέτες στην Ιστορία της Αϊτής, IX, σελ. 74-75, 1860) εστιάζει στο ανέφικτο του ζητήματος: πού ο στόλος; πού τα χρήματα και τα όπλα για την Αϊτή εκείνη την ώρα;
Μάλιστα, επειδή ο ίδιος είχε στενές σχέσεις με την Αϊτινή Προεδρία, αν υπήρχε κάτι πρακτικό -έστω ελάχιστο και συμβολικό- θα το είχε αναφέρει.
Αποκλείεται λοιπόν να στάλθηκαν στρατιώτες (δεν πρέπει ούτε καν να τέθηκε το ζήτημα) και συνεπώς όλες οι ιστορίες που θα διαβάσετε στο διαδίκτυο για το αν οι υποτιθέμενοι Αϊτινοί πεζοναύτες πνίγηκαν, αιχμαλωτίστηκαν από πειρατές κλπ. κλπ., είναι όλες φανταστικές. Αναπαράγονται όμως…
Μένει μετέωρο το θέμα της αποστολής φορτίου καφέ. Όπως ξεκαθαρίζει η μελέτη του Θεόδωρου Παπαδόπουλου, πράγματι, ο Μπουαγιέ έστειλε εκείνη την περίοδο ένα φορτίο καφέ, όχι όμως 45 τόνους, αλλά 25.000 λίβρες μόνο (ήτοι, το ένα τέταρτο περίπου του θρυλούμενου). Αυτό το φορτίο δεν στάλθηκε ούτε απευθείας στους Έλληνες επαναστάτες, ούτε σε κάποιον άλλον αλλά με τη ρητή εντολή να χρησιμοποιηθεί προς ενίσχυσή τους.
Ο παραλήπτης ήταν συγκεκριμένα ο Ανρί Γκρεγκουάρ (Henri Jean-Baptiste Grégoire, 1750-1831), τέως Επίσκοπος Βλαισών. Διαβάζουμε στη μελέτη ότι: “…Ο Γάλλος, μια από τις ηγετικές μορφές της Γαλλικής Επανάστασης (και από τις λίγες που βρίσκονταν ακόμη εν ζωή το 1821), διατηρούσε στενές σχέσεις τόσο με τους Έλληνες της Επιτροπής των Παρισίων όσο και με την κυβέρνηση της Αϊτής. Αυτός ήταν που πρότεινε στους Έλληνες να απευθυνθούν στην κυβέρνηση του Πορτ-ω-Πρανς…”
Είναι αβέβαιο όμως -όπως διαβάζουμε από μελέτες άλλων ιστορικών- αν κάποιο μέρος από την εκποίηση του φορτίου καφέ -από τον Επίσκοπο- κατευθύνθηκε τελικά προς ενίσχυση του ελληνικού Αγώνα. Δεν υπάρχουν σχετικά ιστορικά τεκμήρια.
Ο Επίσκοπος Γκρεγκουάρ έπαιξε πάντως το ρόλο του για να ξεκινήσει αυτή η αλληλογραφία και αυτός ήταν η αφορφή για να καταγραφεί στην Ιστορία η εξωτική σύνδεση μεταξύ Ελλήνων και Αϊτινών επαναστατών.
Η γέννηση αυτής της ιστορίας, η επιβίωση και η σημερινή της διάδοση είναι χαρακτηριστικό δείγμα του πώς δημιουργούνται οι μύθοι και πώς αυτονομούνται από τα γενεσιουργά τους γεγονότα:
Στη συγκεκριμένη περίπτωση, το πιο πιθανό είναι ότι η συμπερίληψη της επιστολής του Μπουαγιέ από τον Ιωάννη Φιλήμωνα στην ιστορία του (Anemi - Digital Library of Modern Greek Studies - Δοκίμιον ιστορικόν περί της Eλληνικής Eπαναστάσεως / παρά Ιωάννου Φιλήμονος), σηματοδοτεί την έναρξη της αφήγησης για αποστολή Αϊτινών στρατιωτών (έστω και αν κανείς δεν ξεκίνησε ποτέ για την Ελλάδα).
Υπάρχει μια μικρή αλλά υπαρκτή πραγματολογική βάσ: η απάντηση του Μπουαγιέ στην επιστολή των Κοραή et al. και η αποστολή καφέ. Η απαντητική επιστολή φαίνεται να εντυπωσίασε τον Κοραή και τους συνεργάτες του, οι οποίοι την προώθησαν προς την Προσωρινή Διοίκηση της Ελλάδος [2], ακριβώς γιατί ήταν η μοναδική απάντηση που έλαβαν, επίσημα, από αρχηγό αναγνωρισμένου Κράτους. Το ύφος της ήταν επίσης ένα ισχυρό ενισχυτικό για το ηθικό των αγωνιστών, έστω και αν ρητώς αρνούνταν όποια δυνατότητα υλικής βοήθειας. Ο Φιλήμων καταχώρησε στην ιστορία του την απαντητική επιστολή και από εκεί και πέρα ο ρομαντισμός ανέλαβε δράση.
Το μη-γεγονός, λόγω της ελκυστικότητάς του (φιλελληνικός ρομαντισμός), του ευγενούς συμβολισμού του (αλληλεγγύη επαναστατημένων λαών, ανεξαρτήτως φυλής και απόστασης) και της επιτελεστικότητάς του (αφού λέγεται άρα υπάρχει) εγκαθίσταται πλέον στη συλλογική μνήμη, η οποία απομακρύνεται από, και τελικά αδιαφορεί για, την πραγματολογική βάση.
Η Ιστορία αναζητά τεκμήρια, γραπτά αρχεία, υλικές αποδείξεις, δομεί λογικές θεωρίες που στηρίζονται σε μια βάσει ενδείξεων -κατ’ ελάχιστον. Η απουσία ενδείξεων ή αποδείξεων οδηγεί την Ιστορία στην ανασκευή και την απόρριψη.
Η συλλογική μνήμη όμως αναζητά συνεκτικές ιστορίες. Στο βαθμό που δεν στηρίζονται από τα γεγονότα, οι ιστορίες αυτές είναι απλώς μύθοι. Εξαιρετικά ανθεκτικοί όμως μύθοι.
Τέτοιος ανθεκτικός μύθος έχει αναδειχθεί και η υπόθεση της σχέσης Αϊτής-Ελλάδος κατά την Ελληνική Επανάσταση.
Η αρνητική έκβαση της έρευνας απογοητεύει τους ακροατές του μύθου, καταστρέφει τη θετική συμβολή του στο αφήγημα της Επανάστασης. Συνεπώς, ας μην περιμένει κανείς ότι ο μύθος είτε θα ανασκευαστεί πλήρως είτε θα διορθωθεί στις πραγματικές του διαστάσεις.
Λίγοι περιθωριακοί φιλομαθείς θα ασχοληθούν με την εξακρίβωση της πραγματολογικής βάσης. Γι΄ αυτούς γράφω αυτή τη δημοσίευση και…«στην υγειά μας»!
ΥΓ: Ανέτρεξα επίσης στην ταυτότητα των υπόλοιπων παραληπτών της απαντητικής επιστολής του Μπουαγιέ και έμαθα πολύ ενδιαφέροντα βιογραφικά στοιχεία για όλους. Ήταν όλοι τους στο Παρίσι εκείνη την εποχή και ανήκαν στον κύκλο του Κοραή.
Ιδιαίτερα εντυπωσιακή φάνηκε η περίπτωση του Αθανάσιου Βογορίδη, Βούλγαρου στην καταγωγή, ο οποίος είχε εξελληνιστεί κατά συνείδηση, ως «μετέχων της ελληνικής παιδείας», σύμφωνα με το Ισοκρατικό απόφθεγμα.
Αλλά και οι Κωνσταντίνος Πολυχρονιάδης και Χριστόδουλος Κλονάρης, λιγότερο γνωστοί από τον Βογορίδη, ήταν εξαίρετοι άνδρες με μεγάλη συμβολή στην διεθνή προβολή της Επανάστασης (ο πρώτος) και στη διαμόρφωση των θεσμών του νέου Ελλαδικού Κράτους (ο δεύτερος, ως πρώτος Πρόεδρος του Αρείου Πάγου).
Άλλες Πηγές:
[2]: Σχέσεις Ελλάδας-Αϊτής - Βικιπαίδεια
[3]: 25η Μαρτίου 1821: Γιατί η Αϊτή ήταν η πρώτη χώρα που αναγνώρισε την Ελληνική Επανάσταση | Έθνος
[4]: Αϊτή - Διπλωματικές Σχέσεις - Η ΕΛΛΑΔΑ ΕΛΕΥΘΕΡΗ
[6]: Μικρά Τεκμήρια 1821
Σημειώσεις:
[1]: Αρχαίοι Ημών Πρόγονοι!
[2]: Πότε υιοθετήθηκε η επίσημη ονομασία του Ελληνικού Κράτους με βάση τις αναφορές στις διεθνείς συνθήκες και ποιες ήταν οι πρώτες επίσημες ονομασίες του;
Με το Πρωτόκολλο του Λονδίνου, του 1830, αναγνωρίστηκε διεθνώς ένα νέο κράτος με την επίσημη ονομασία "Ελληνικό Κράτος" (στα γαλλικά: État Grec). Αυτός είναι ο διπλωματικός όρος που χρησιμοποιείται στα ίδια τα κείμενα των Μεγάλων Δυνάμεων και αποτελεί την πρώτη διεθνώς κατοχυρωμένη ονομασία.
Ο Ιωάννης Καποδίστριας, ως Κυβερνήτης (1828–1831), χρησιμοποιούσε στα επίσημα έγγραφα και τη διοίκηση την ονομασία «Ελληνική Πολιτεία» (στα γαλλικά, το ίδιο ως άνω). Αυτή η ονομασία είχε θεσπιστεί ήδη από τα επαναστατικά χρόνια (ιδίως μετά τα Συντάγματα της Επιδαύρου και της Τροιζήνας), υποδήλωνε ένα de facto κράτος, χωρίς ακόμη πλήρη διεθνή αναγνώριση και απέφευγε συνειδητά τον όρο «Βασίλειο», αφού δεν είχε ακόμη καθοριστεί το πολίτευμα από τις Μεγάλες Δυνάμεις.
Με τη Συνθήκη του Λονδίνου του 1832 (Μάιος 1832), οι Μεγάλες Δυνάμεις αποφασίζουν ότι η Ελλάδα θα είναι κληρονομική μοναρχία και ορίζουν ως ηγεμόνα τον Βαυαρό πρίγκιπα Όθων της Ελλάδας. Τότε καθιερώνεται και η νέα επίσημη ονομασία: «Βασίλειον της Ελλάδος».
[3]: Στα πρωτογενή τεκμήρια για το δάνειο του 1824, το μόνο σαφώς διαπιστώσιμο από τις διαθέσιμες ψηφιακές πηγές είναι ότι η ελληνική πλευρά που υπέγραφε τη σύμβαση δεν αναφέρεται ως «Ελληνικό Κράτος» (το οποίο άλλωστε δεν είχε ακόμη αναγνωριστεί), αλλά ως οι δύο Έλληνες πληρεξούσιοι/αντιπρόσωποι που είχαν αποσταλεί στο Λονδίνο.
Συγκεκριμένα, στη σχετική μελέτη για τον Bowring και τα Δάνεια της Ανεξαρτησίας, αναφέρεται ότι η σύμβαση του Φεβρουαρίου 1824 υπογράφηκε από: «These Deputies, Jean Orlandos and Andreas Louriottes…» [ojs.lib.uom.gr]
Δηλαδή, οι Έλληνες αντιπρόσωποι Ιωάννης Ορλάνδος και Ανδρέας Λουριώτης εμφανίζονται στα βρετανικά έγγραφα ως οι συμβαλλόμενοι από την πλευρά των Ελλήνων.
Επομένως, η επίσημη ονομασία της πλευράς του δανειολήπτη στα έγγραφα των δανείων του 1824–1825 δεν εμφανίζεται ως «Ελλάδα» ή «Ελληνικό Κράτος», αλλά ως: «The Greek Deputies» (Οι Έλληνες Πληρεξούσιοι) που ενεργούσαν εξ ονόματος της Προσωρινής Διοικήσεως της Ελλάδος.
Ελληνική Επανάσταση, Φιλέλληνες-Φιλελληνισμός, Μπουαγιέ, Αϊτή, Κοραής Α., Βογορίδης Α., Πολυχρονιάδης Κ., Κλονάρης Χ., Φιλήμων Ι., Βασίλειον της Ελλάδος, Ελληνική Πολιτεία, Ελληνικό Κράτος, Πρωτόκολλο του Λονδίνου, Δάνεια της Ανεξαρτησίας, Ορλάνδος Ι., Λουριώτης Α., Προσωρινή Διοίκηση της Ελλάδος, Συνθήκη του Λονδίνου