Skip to main content

Α-πορούμε ώστε να πορευόμαστε.

Γιώργος Σεφέρης, ο νοσταλγός

Για όσους νιώθουν ότι ανήκουν σ' ένα Έθνος και σε μια Πατρίδα, μίλησε ο ποιητής:

«Αυτός ο κόσμος μου έδωσε το συναίσθημα πως δεν είμαι μια αδέσποτη μονάδα, ένα άχερο στ’ αλώνι. Μου έδωσε τη δύναμη να κρατηθώ ανάμεσα στους χαλασμούς που ήταν της μοίρας μου να ιδώ. Μ’ έκανε να νιώσω, όταν ξαναείδα το χώμα που με γέννησε, πως ο άνθρωπος έχει ρίζες, κι όταν τις κόψουν πονεί».

Γιώργος Σεφέρης

 


 

Απόσπασμα από το βιβλίο μου,  Τα Επιτεύγματα της Ελευθερίας των Ελλήνων, σελ. 130-134)

 

Β.4.3. ΓΙΩΡΓΟΣ ΣΕΦΕΡΗΣ (Βουρλά Σμύρνης 1900 - Αθήνα 1971)

 

Ο Σεφέρης είναι ο πρώτος Έλληνας που βραβεύτηκε με Νόμπελ. Δεν είναι τυχαίο που το Βραβείο ήλθε στη λογοτεχνία, αναγνωρίζοντας ότι η ελληνική γλώσσα δίνει μορφή εδώ και χιλιετίες στον πιο υψηλόφρονα λόγο της ποίησης, της επιστήμης, της φιλοσοφίας. Επίσης, και της πίστης.

Ο Σεφέρης ένιωσε ότι στη βράβευσή του αντανακλάται η δόξα της γλώσσας του και το εξέφρασε με τα παρακάτω λόγια (απόσπασμα από τον λόγο του κατά τη βράβευση): «… Αλήθεια, η Σουηδική Ακαδημία έκρινε πως η προσπάθειά μου σε μια γλώσσα περιλάλητη επί αιώνες, αλλά στην παρούσα μορφή της περιορισμένη, άξιζε αυτή την υψηλή διάκριση… Ανήκω σε μια χώρα μικρή. Ένα πέτρινο ακρωτήρι στη Μεσόγειο, που δεν έχει άλλο αγαθό παρά τον αγώνα του λαού του, τη θάλασσα, και το φως του ήλιου. Είναι μικρός ο τόπος μας, αλλά η παράδοσή του είναι τεράστια και το πράγμα που τη χαρακτηρίζει είναι ότι μας παραδόθηκε χωρίς διακοπή. Η ελληνική γλώσσα δεν έπαψε ποτέ της να μιλιέται. Δέχτηκε τις αλλοιώσεις που δέχεται καθετί ζωντανό, αλλά δεν παρουσιάζει κανένα χάσμα. Άλλο χαρακτηριστικό αυτής της παράδοσης είναι η αγάπη της για την ανθρωπιά· κανόνας της είναι η δικαιοσύνη»…

Πριν αναφερθούμε στον ποιητή, ας μιλήσουμε σύντομα και για τη σταδιοδρομία του πατέρα του, Στέλιου Σεφεριάδη, που ήταν και αυτός μια έξοχη εκδήλωση της δημιουργικότητας του μικρασιατικού Ελληνισμού στο γύρισμα προς τον 20ο αιώνα.

Ο πατέρας Σεφεριάδης ήταν γεννημένος στη Σμύρνη, σπούδασε νομικά στη Γαλλία, κατόπιν επανήλθε στη γενέτειρά του με τον διδακτορικό του τίτλο και ιδιώτευσε ως δικηγόρος. Ήταν άνθρωπος με ευρεία παιδεία και με λογοτεχνική κλίση. Κέρδισε το «Πανιώνιον Βραβείο» το 1902 για την ποιητική συλλογή του «Θεός, ο τα πάντα τεύχων», ενώ μετέφρασε τον «Οιδίποδα Τύραννο» στη δημοτική (!). Αυτή ήταν ρηξικέλευθη επιλογή για την εποχή, καθώς στους ανώτερους κοινωνικούς κύκλους της Σμύρνης κυριαρχούσε η φαναριώτικη καθαρεύουσα. Διορατικός όπως ήταν, προέβλεψε τις επερχόμενες δυσκολίες για τον Μικρασιατικό Ελληνισμό και εγκατέστησε την οικογένειά του στην Αθήνα από το 1913 (μαζί με τη Ναξιώτισσα σύζυγό του Δέσπω Τενεκίδη είχαν αποκτήσει τρία παιδιά, τον Άγγελο, τον Γιώργο και την Ιωάννα [1]) και ο ίδιος πήγε στο Παρίσι για να ασκήσει εκεί τη δικηγορία. Όταν επέστρεψε το 1919 στην Αθήνα, εξελέγη Καθηγητής Διεθνούς Δικαίου στην Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών.

Έγινε Πρύτανης του Πανεπιστημίου (1933-1934), ενώ το 1933 εξελέγη και Τακτικό Μέλος της Ακαδημίας Αθηνών στην έδρα του Διεθνούς Δικαίου. Διετέλεσε Νομικός Σύμβουλος του Υπουργείου Εξωτερικών και του Πρωθυπουργού Ελευθέριου Βενιζέλου, Μέλος του Διεθνούς Δικαστηρίου της Χάγης, καθώς και Μέλος του Συμβουλίου της Επικρατείας κατά την ίδρυσή του. Από αυτή την πλούσια ρίζα, χαρακτηριστική του υψηλού μορφωτικού επιπέδου των ελληνικών πληθυσμών της Μικρασίας, βλάστησε ο γιος, ο οποίος έγινε ακόμα πιο τρανός από τον πατέρα.

Ο Γιώργος γεννήθηκε στα Βουρλά και από παιδί κράτησε δυνατές αναμνήσεις από την ευλογημένη γη της Ιωνίας. Έγραφε το 1941: «…Η Σκάλα του Βουρλά ήταν για μένα ο μόνος τόπος που και τώρα ακόμη μπορώ να ονομάσω πατρίδα με την πιο ριζική έννοια της λέξης…».

Η βαθιά αγάπη του Σεφέρη για τη φύση (ο οποίος έζησε το υπόλοιπο της ζωής του σε αστικό περιβάλλον), ανάγεται σε αυτά τα χρόνια. Η ποίησή του μιλά συνεχώς για εικόνες της φύσης και αντίστοιχους συμβολισμούς (πέτρες, θάλασσα, ηλιοβασιλέματα, περιγιάλι κ.λπ.).

Η Μικρασιατική Καταστροφή ενστάλαξε μέσα του την πικρία για τον χαμένο κόσμο της παιδικής ηλικίας, απώλεια η οποία διατρέχει το έργο του. Η Παλαιά Ελλάδα, η οποία μετρούσε ήδη σχεδόν 100 χρόνια από την απελευθέρωση, δεν μπορούσε να νιώσει την αγωνία του αλύτρωτου Μικρασιατικού Ελληνισμού για την τελική πραγμάτωση της Μεγάλης Ιδέας. Μόνο οι ίδιοι οι Μικρασιάτες μπορούσαν να περιγράψουν την τραγική αντιστροφή μεταξύ ελπίδας και συμφοράς. Παρότι ζούσε ασφαλής στην Αθήνα, η οικογένεια Σεφεριάδη βίωσε την Καταστροφή με το ίδιο αίσθημα συντριβής όπως και οι υπόλοιποι Μικρασιάτες, αναπολώντας έκτοτε με νοσταλγία την οριστικά χαμένη Πατρίδα.

Προηγουμένως παρακολούθησαν στην Αθήνα τα εξευτελιστικά για το Έθνος γεγονότα του Εθνικού Διχασμού (η οικογένεια ήταν ακραιφνώς Βενιζελική), για τα οποία ο Σεφέρης γράφει «…μου θύμισαν καταπληκτικά τα καμώματα των Τούρκων. Για τους ανθρώπους του Κωνσταντίνου, εμείς που ερχόμασταν από το σκλαβωμένο Έθνος, που είχαμε ανατραφεί μόνο με μια λαχτάρα, την Ελλάδα, ήμασταν οι Τουρκόσποροι».

Το 1918 ο Σεφέρης πήγε στο Παρίσι για να σπουδάσει νομικά κοντά στον πατέρα του και έμεινε μέχρι να πάρει το διδακτορικό του το 1924. Τα χρόνια αυτά ασχολήθηκε εντατικά με τη λογοτεχνία και ιδιαίτερα με το κίνημα του Μοντερνισμού, ο οποίος ήταν τότε στο αποκορύφωμά του, με κυρίαρχες μορφές τους Μπρακ, Πικάσο, Μπρετόν, Ελυάρ, Προυστ, Απολλιναίρ κ.α. Με την επιστροφή του στην Αθήνα ο Σεφέρης έγινε από τους πρωτοπόρους της Γενιάς του ’30, η οποία έφερε την ελληνική ποίηση σε επαφή με τα ρεύματα του Συμβολισμού και του Μοντερνισμού.

Εντάχθηκε στο Διπλωματικό Σώμα το 1926 ξεκινώντας μια διακεκριμένη καριέρα διπλωμάτη, ενασχόληση που ταίριαζε στην εσωστρεφή και συγκρατημένη του φύση. Στη διπλωματική του διαδρομή, μεταξύ άλλων, υπηρέτησε στο Προξενείο της Κορυτσάς, ακολούθησε αργότερα την επίσημη Ελληνική Κυβέρνηση στη Μέση Ανατολή (Κάιρο, Αλεξάνδρεια κ.λπ.), υπηρέτησε στην Πρεσβεία της Άγκυρας και μετά στο Λονδίνο, όπου διετέλεσε Πρεσβευτής από το 1957 μέχρι τη συνταξιοδότησή του το 1962. Από τη θέση του Πρέσβη στο Λονδίνο είχε σημαντικό ρόλο στις διαπραγματεύσεις για το Κυπριακό Ζήτημα.

Ήταν ιδιαίτερα τυπικός στις επαγγελματικές του υποχρεώσεις, όπου χρησιμοποιούσε την καθιερωμένη υπηρεσιακή καθαρεύουσα. Στην ποίηση όμως χρησιμοποιούσε τη δημοτική. Διέπρεψε και ως κριτικός της λογοτεχνίας, εκφράζοντας προωθημένες ως και ριζοσπαστικές απόψεις –ασυνήθιστη παρασπονδία για έναν επαγγελματία διπλωμάτη.

Αν και μεγάλωσε σε περιβάλλον διανοουμένων και συνέχισε να ζει στον στυλιζαρισμένο κόσμο της Διπλωματίας, αυτός από μικρός ένιωθε πιο οικείο το λαϊκό στοιχείο στη ζωή και στην τέχνη. Αναθυμόταν τις ώρες που περνούσε με τους βαρκάρηδες στη Σκάλα του Βουρλά, εκθείαζε τη ζωγραφική του Θεόφιλου και υπήρξε ίσως ο πιο ενθουσιώδης υμνητής του Μακρυγιάννη, τον οποίο ονόμασε δάσκαλό του κατά τη βράβευση του Νόμπελ. Χαρακτηριστικά έγραφε γι’ αυτόν: «…ήταν μια από τις πιο μορφωμένες ψυχές του ελληνισμού. Και η μόρφωση, η παιδεία που δηλώνει ο Μακρυγιάννης δεν είναι κάτι ξέχωρο, αποσπασματικό δικό του. Είναι κοινό κτήμα, η ψυχική περιουσία μιας φυλής, παραδομένης για αιώνες και χιλιετίες, από γενιά σε γενιά, από ευαισθησία σε ευαισθησία. Κατατρεγμένη και πάντα ζωντανή, αγνοημένη και πάντα παρούσα –είναι το κοινό κτήμα της μεγάλης λαϊκής παράδοσης του Γένους».

Τον έθελγε ο δεκαπεντασύλλαβος του δημοτικού τραγουδιού, για τον οποίο έγραφε ότι «…πλησίασε πιο κοντά από κάθε άλλο ρυθμό τον βαθύτερο κυμάτισμα της λαλιάς μας». Η ενασχόλησή του με το δημοτικό τραγούδι, τη θεματολογία και τους τρόπους του, τον έφερνε σε επαφή με τον ψυχισμό των λαϊκών ανθρώπων [2].

Η πρώτη του μεγάλη ποιητική συλλογή πολύ εύστοχα ονομάστηκε «Στροφή» (1931), καθώς συντάραξε την ελληνική ποίηση με την εισαγωγή του Μοντερνισμού. Άλλοι όπως ο Κατσίμπαλης, ο Καραντώνης, ο Θεοτοκάς κ.α., είδαν σε αυτή τη συλλογή την έναρξη μιας νέας δημιουργικής εποχής, ενώ μερικοί όπως οι Άλκης Θρύλος, Παπατσώνης κ.α., αντιμετώπισαν τον Σεφέρη σαν έναν εγκεφαλικό ποιητή που χρησιμοποιούσε δυσερμήνευτα σύμβολα. Ακόμα και ο ηγεμόνας της λογοτεχνικής κριτικής, ο Παλαμάς, έγραφε με κάποια αμφιθυμία: «…Τα ποιήματα της Στροφής είναι κρυπτογραφικά [3]. Χρειάζονται κάποιο κλειδί. Δεν το βλέπω… Χωρίς να υποτιμήσω τη χάρη του απλού και ξάστερου στίχου, μήτε αστόχαστα ν’ αδιαφορήσω μπροστά στην αστρόφεγγη λάμψη του νυχτωμένου σκοταδερού στίχου – από προσεκτικήν ανάγνωση στου στίχου του, φτάνω στο συμπέρασμα πως ο ποιητής αυτός βρίσκει το στοιχείο του στο απαράδοτο. Τα εκφραστικά του μέσα, εικόνες, υποβολές, υπαινιγμοί, σύμβολα, λέξεις κ.τ.λ., είναι το καθένα αυτόνομο, ανεξάρτητο, άσχετο, απόλυτο, πώς να το πω! …».

Από τις θέσεις του Σεφέρη για τη λαϊκή παράδοση και το δημοτικό τραγούδι, φαίνεται ότι έβλεπε την ποίησή του περισσότερο ως συνέχεια παρά ως ρήξη. Ευαγγελιζόταν την καινοτομία, αλλά την προσάρμοζε με περίσκεψη και με φροντίδα πάνω στο ποιητικό κληροδότημα που παρέλαβε. Ο Γ. Θεοτοκάς έγραφε σχετικά: «Ένας μοντερνισμός τολμηρός, αλλά που κρατούσε το νήμα της παράδοσης, με αίσθημα ευθύνης και με σεβασμό για την γλώσσα».

Οι κύριοι σταθμοί του ποιητικού του έργου μετά τη «Στροφή» ήταν: η «Στέρνα» (1932), η συνεργασία από το 1935 στο περιοδικό «Νέα Γράμματα» –τον φορέα έκδοσης της ποίησης της Γενιάς του ’30– το «Μυθιστόρημα» (1935), το «Τετράδιο Γυμνασμάτων» (1940), το «Ημερολόγιο Καταστρώματος Α΄» (1940), η ομιλία στην Αλεξάνδρεια για τον Μακρυγιάννη και στο Κάιρο για τον Παλαμά (1943), το «Τετράδιο Γυμνασμάτων Β΄» (1943), οι «Δοκιμές» (1944) [4], το «Ημερολόγιο Καταστρώματος Β΄» (1944), η «Κίχλη» (1947), το «Ημερολόγιο Καταστρώματος Γ΄» (1955). [5]

 

Πέρα από τον ποιητή και τον θεωρητικό της λογοτεχνίας υπάρχει και ο μεταφραστής Σεφέρης. Μετέφερε στα νέα ελληνικά αρκετά αρχαία κείμενα όπως στίχους από τραγωδίες, την Οδύσσεια και τον Σιμωνίδη, καθώς και φιλοσοφικά κείμενα, κυρίως του Πλάτωνα. Ανάλογη μεταφορά έκανε και με εκκλησιαστικά κείμενα όπως για το «Άσμα Ασμάτων» και την «Αποκάλυψη του Ιωάννη». Αυτές οι ενδογλωσσικές «μεταγραφές» όπως τις ονόμαζε, δεν πρόσφεραν κάποια νέα και σημαντική άποψη στην κατανόηση των παλαιών κειμένων. Αντίθετα, οι διαγλωσσικές του μεταφράσεις -που ο ίδιος ονόμασε «αντιγραφές»– έτυχαν ενθουσιώδους υποδοχής από τους κριτικούς και είχαν σημαντική επίπτωση στη νέα ελληνική γραμματεία, κυρίως μέσα από τη μετάφραση του Τ. Σ. Έλιοτ και ειδικά του ποιήματος «Έρημη Χώρα», η οποία συνέβαλε στην αλλαγή προτύπου στην ελληνική ποίηση, προτείνοντας τη συχνότερη χρήση του ελεύθερου στίχου.

Το αποκορύφωμα της ζωής του Σεφέρη ήταν φυσικά η αναγνώριση και η επιβράβευση της συμβολής του στην παγκόσμια ποίηση και φυσικά στην ελληνική ποίηση, με την απονομή του Νόμπελ το 1963.

Από χαρακτήρα, προτιμούσε να ζει στην αθόρυβη ιδιωτική πλευρά της ζωής. Δεν θέλησε να εμπλακεί στην πολιτική, αν και είχε τη δυνατότητα, τουλάχιστον όταν το 1945 διετέλεσε Διευθυντής του Πολιτικού Γραφείου του τότε Αντιβασιλέα, Αρχιεπισκόπου Δαμασκηνού. Ούτε εξέφραζε ποτέ προσωπικές πολιτικές θέσεις –εννοείται, μετά τη συνταξιοδότησή του– με εξαίρεση την περίφημη απαξιωτική δήλωσή του στο BBC για τη Απριλιανή Δικτατορία τον Μάρτιο του 1969, λόγω της οποίας στερήθηκε τον τίτλο του «Πρέσβεως επί τιμή», μαζί και το διπλωματικό του διαβατήριο.

Το ευρύτερο κοινό γνωρίζει την ποίησή του κυρίως μέσα από τη μελοποίηση από τον Μίκη Θεοδωράκη το 1961 τεσσάρων ποιημάτων με τον τίτλο «Επιφάνεια», ανάμεσα στα οποία βρίσκεται η «Άρνηση» ή «Στο περιγιάλι το κρυφό» όπως είναι περισσότερο γνωστό.

Γενικά, η ποίηση του Σεφέρη δεν έχει διαδοθεί τόσο όσο αυτή άλλων ποιητών που μελοποιήθηκαν από τον Θεοδωράκη, όπως π.χ. του Ρίτσου ή του Ελύτη. Παραμένει ένας μοντέρνος ποιητής που η επικοινωνία μαζί του απαιτεί προσπάθεια.

Παρά τον συγκρατημένο χαρακτήρα και τον πολύ προσεκτικό δημόσιο λόγο του ενόσω βρισκόταν στη διπλωματική υπηρεσία, ως συνειδητοποιημένος διανοούμενος και λογοτέχνης, ο Σεφέρης ζούσε καθημερινά με την αίσθηση της ευθύνης για την ανάδειξη της συνέχειας της ελληνικής γλώσσας και εργαζόταν διαρκώς για τον εμπλουτισμό της μέσα από την επαφή της με την ξένη λογοτεχνική πρωτοπορία. Όπως έγραψε ο Α. Καραντώνης, ο Σεφέρης είναι «…ένας σύγχρονος Έλληνας, τόσο υπερτροφικά συνειδητός, ώστε αυτή η βαριά συνείδηση της πολλαπλής ελληνικότητας, αυτό το ιστορικό βάρος των ελληνικών χιλιετηρίδων να είναι κάτι σαν μυστική τραγωδία που παίζεται μέσα στο έργο του».

Έχοντας επιλέξει ο ίδιος να μείνει στο παρασκήνιο της δημόσιας ζωής, έφυγε οριστικά τον Σεπτέμβριο του 1971. Επειδή είχε αποκηρύξει τη Δικτατορία, η πάνδημη παρουσία του απλού κόσμου στην κηδεία του απέκτησε αντιδικτατορική διάσταση. Το πλήθος τον αποχαιρέτησε τραγουδώντας τους πιο γνωστούς στίχους του, οι οποίοι αποπνέουν κάποια μελαγχολία άλλα και έξοχο λυρισμό:

Πάνω στην άμμο την ξανθή

γράψαμε τ΄ όνομά της·

ωραία που φύσηξε ο μπάτης

και σβήστηκε η γραφή.

«Στροφή/ Κοχύλια, Σύννεφα/ Άρνηση», απόσπασμα

 


Σημειώσεις:

[1]: Η οποία παντρεύτηκε τον Καθηγητή, Ακαδημαϊκό και Πρόεδρο της Δημοκρατίας Κωνσταντίνο Τσάτσο.

[2]: Είναι χαρακτηριστικό ότι ο «Ερωτικός Λόγος», που περιέχεται στη συλλογή «Στροφή», ήταν από τα τελευταία ποιήματα που έχουν γραφτεί σε δεκαπεντασύλλαβο. Η πρώτη καταγραφή γίνεται με τον δημοτικό στίχο του Κωνσταντίνου Πορφυρογέννητου «Ίδε το έαρ το γλυκύ πάλι επανατέλλει» και η τελευταία, του Σεφέρη, γράφει: …«τρικύμισμα της θάλασσας…ο κόσμος είναι απλός». Ο ιαμβικός δεκαπεντασύλλαβος ανταποκρίνεται στον φυσικό ρυθμό της νεοελληνικής γλώσσας. Είναι το βασικό στιχουργικό εργαλείο της δημοτικής ποίησης και γι’ αυτό αποκαλείται «εθνικός στίχος».

[3]: Αν και άγνωστο τότε στον Παλαμά, ο Σεφέρης εκείνη την εποχή εργαζόταν στην Κρυπτογραφική Υπηρεσία του Υπουργείου Εξωτερικών.

[4]: Κριτικά δοκίμια που κατά τον Δ. Δημηρούλη «…ως ύφος και ως θεωρία, είναι ίσως το υψηλότερο επίτευγμα στον χώρο της νεοελληνικής λογοτεχνικής κριτικής…».

[5]: Με αναφορά στην Κύπρο. Η διπλωματική εμπλοκή του Σεφέρη στο ζήτημα της Κύπρου, από πολλούς δεν θεωρήθηκε ικανοποιητική για τα εθνικά συμφέροντα.

 

 


Πηγές:

[1]: Χρ. Δ. Αντωνίου: Η Σκάλα του Βουρλά, Η χαμένη πατρίδα του Γιώργου Σεφέρη – Περιοδικό Περί Ου

[2]: Η δήλωση Σεφέρη κατά της Δικτατορίας – kimintenia

Ποίηση, Λογοτεχνία, Μικρασιατική Καταστροφή, Θεοδωράκης Μ., Μεγάλη Ιδέα, Σεφέρης Γ., Νόμπελ, Ιωνία, Δεκαπεντασύλλαβος, Δημοτική ποίηση, Εθνικός Διχασμός, Γενιά του '30, Μοντερνισμός, Συμβολισμός