ΣΩΦΥΤΟΥ ΣΤΗΛΗ: του Φιλέλληνος...
|
Την χάραξι φρόντισε τεχνικά να γίνει. Έκφρασις σοβαρή και μεγαλοπρεπής. Το διάδημα καλύτερα μάλλον στενό· εκείνα τα φαρδιά των Πάρθων δεν με αρέσουν. 5 Η επιγραφή, ως σύνηθες, ελληνικά· όχ’ υπερβολική, όχι πομπώδης — μην τα παρεξηγήσει ο ανθύπατος που όλο σκαλίζει και μηνά στην Ρώμη — αλλ’ όμως βέβαια τιμητική. 10 Κάτι πολύ εκλεκτό απ’ το άλλο μέρος· κανένας δισκοβόλος έφηβος ωραίος. Προπάντων σε συστήνω να κοιτάξεις (Σιθάσπη, προς θεού, να μη λησμονηθεί) μετά το Βασιλεύς και το Σωτήρ, 15 να χαραχθεί με γράμματα κομψά, Φιλέλλην. Και τώρα μη με αρχίζεις ευφυολογίες, τα «Πού οι Έλληνες;» και «Πού τα Ελληνικά πίσω απ’ τον Ζάγρο εδώ, από τα Φράατα πέρα». Τόσοι και τόσοι βαρβαρότεροί μας άλλοι 20 αφού το γράφουν, θα το γράψουμε κι εμείς. Και τέλος μη ξεχνάς που ενίοτε μας έρχοντ’ από την Συρία σοφισταί, και στιχοπλόκοι, κι άλλοι ματαιόσπουδοι. Ώστε ανελλήνιστοι δεν είμεθα, θαρρώ. [1906, 1912*] |
Λες και ο Καβάφης το έγραψε για το Σώφυτο! Έστω και αν δεν ήξερε τίποτε για την ομώνυμη επιγραφή, η οποία βρέθηκε σχεδόν έναν αιώνα μετά από τότε που ο Αλεξανδρινός ποιητής έγραφε τους στίχους του.
Βέβαια, στο ποίημα ο Καβάφης είχε κατά νου τη χάραξη νομισμάτων και όχι επιγραφών, μια και στην εποχή του οι αρχαιολόγοι είχαν περισσότερα να δημοσιεύσουν για τα πρώτα παρά για τις δεύτερες. Εντούτοις, συλλαμβάνει με ιδιοφυή τρόπο την επιδίωξη του «Φιλέλληνος» βασιλέα να μοιάζει, κατά το δυνατό, στους αυθεντικούς Έλληνες Βασιλείς, τόσο κατά την μορφή του η οποία θ’ απαθανατιστεί στην εμπρόσθια όψη του νομίσματος, όσο και κατά την συνοδευτική επώνυμη επιγραφή, όπου μάλιστα ζητά ρητώς να τονίζει την αγάπη και την ταύτισή του με τον Ελληνισμό. Μην τον περάσουν για «ανελλήνιστον» αυτόν… [1]
Την ίδια φιλοδοξία είχε και ο Σώφυτος: να καταδείξει έγγραφα και δημόσια ότι όχι μόνον κατέχει την ελληνική παιδεία αλλά ότι έχει ενστερνιστεί πλήρως τη μυθολογία [2] και τις αξίες του Ελληνισμού (η έννοια της αρετής).
Τις κοινές ανθρώπινες ανησυχίες και τις ματαιόδοξες αγωνίες του Σώφυτου τις είδαμε στην προηγούμενη δημοσίευση (ΣΩΦΥΤΟΥ ΣΤΗΛΗ: του Aνθρώπου...). Μιλήσαμε εκεί για την αναφορά του στις Μοίρες, στις Μούσες και στον Απόλλωνα. Ας δούμε τι μαρτυρά επίσης για την ελληνικότητά του, την οποία με τέτοια επιμονή θέλει να μας τονίζει, η φιλολογική ανάλυση του κειμένου της στήλης.
Όπως προείπαμε, η επιγραφή της στήλης είναι ένα ποίημα 20 στίχων σε ελεγειακή μορφή (δηλαδή, αναπτύσσεται σε δίστιχα), με ακροστοιχίδα που δηλώνει το όνομά του: ΔΙΑΣΩΦΥΤΟΥΤΟΥΝΑΡΑΤΟΥ.
H εγγραφή του ποιήματος σε αναθηματική στήλη (votive stele) είναι χαρακτηριστική μέθοδος δημοσιοποίησης κειμένου (επιγραφή, ανάθημα) κατά τους ελληνιστικούς χρόνους. Η επιγραφή μπορεί να επιτελούσε έναν ή περισσότερους σκοπούς του αναθέτη, όπως:
- Ν’ αποτείνεται σε κάποιον θεό (για ευχαριστίες, εύνοια -όπως σε μια άλλη στήλη, εδώ- ή τάμα),
- Να λειτουργεί ως δημόσια δήλωση, ν’ αναγγέλλει π.χ. κάποια δωρεά (ευεργεσία),
- Να τιμά ιστορικά ή οικεία πρόσωπα,
- Ν’ αναφέρεται σε αξιοσημείωτα γεγονότα δημόσιου ενδιαφέροντος (μάχες, κατασκευή δημοσίων έργων κ.α.),
- Να είναι μια αυτοαναφορική δήλωση, εξυπηρετώντας την αυτοπροβολή του αναθέτη (έκφραση ίσως κάποιας ματαιοδοξίας, όπως κάνει εδώ και ο Σώφυτος).
Αναλόγως του περιεχομένου, οι αναθηματικές στήλες τοποθετούνταν σε ιερούς χώρους, σε ταφικά μνημεία, σε τοίχους οικιών ή δημόσιων κτιρίων ή και σε παρόδιους χώρους.
Ο Σώφυτος επέλεξε για το ανάθημά του ένα αρκετά μεγάλο και ιδιαίτερα εκλεπτυσμένο φιλολογικά κείμενο. Η επεξεργασία του κειμένου ώστε να σχηματίζεται ακροστοιχίδα με το όνομα του αφιερωτή και του πατέρα του (δηλ. το όνομα και το επώνυμό του), δηλώνει αμέσως για τον αναγνώστη ιδιαίτερη έγνοια για το κείμενο αλλά και την καλλιέργεια του αναθέτη.
Έχουν βρεθεί πολλές αναθηματικές επιγραφές της ελληνιστικής εποχής [3] οι οποίες συντάσσονται έτσι ώστε να σχηματίζεται ακροστοιχίδα. Αυτό είναι ένα ευφυές τέχνασμα πρώτης εικόνας (marketing του περιτυλίγματος θα το λέγαμε σήμερα), προετοιμάζοντας τον αναγνώστη για τη φιλολογική φροντίδα που θα βρει στο ίδιο το κείμενο. Η επιδίωξη ήταν να δημιουργηθεί ένας πρώτος θαυμασμός και η αναμονή ενός ιδιαίτερα επιμελημένου κειμένου.
Το κείμενο είναι όντως υψηλού ύφους, με εξεζητημένο λεξιλόγιο και φανερά πολύ επιμελημένο (τη μετάφρασή του την έχουμε παραθέσει προηγουμένως).
Έχουν εντοπιστεί μόνο δύο ορθογραφικές παρεκκλίσεις στους στίχους 5 και 6: ἤσ(κ)ηκαà ἤσ(χ)ηκα και (τ)ήμοςà (θ)ήμος αντίστοιχα. Η σχετική δάσυνση των συμφώνων (κ)à(χ) και (τ)à(θ) εμπρός από το «η» δεν ακολουθείται παντού στο κείμενο (π.χ. στον στίχο 5 έχουμε ἀρετὴν), αλλά η εμφάνισή της σε δύο λέξεις, τόσο κοντά μεταξύ τους, ίσως σημαίνει -λένε οι φιλόλογοι- ότι απηχεί μια κάποια «αραχωσιανή» προφορά.
Επίσης, παρατηρείται μία μόνο ασυμμετρία στο μέτρο, στον στίχο 18: ο στίχος έπρεπε να είναι δακτυλικός πεντάμετρος αλλά δύο συλλαβές του πλεονάζουν.
Τα ελάχιστα σφάλματα, σ’ ένα κατά τα άλλα πολύ υψηλού λογοτεχνικού επιπέδου κείμενο, υποδεικνύουν ότι τα λάθη είναι μάλλον του λιθοξόου. Όταν θα παρουσίασε τη στήλη στον Σώφυτο ήταν πλέον αργά για διορθώσεις…
Πάντως, η ποιότητα της λάξευσης είναι άριστη, όπως διακρίνεται στις πολύ καθαρές έγχρωμες φωτογραφίες της στήλης (η οποία έχουμε πει ότι σήμερα είναι άφαντη, κρυμμένη ίσως σε κάποια ιδιωτική συλλογή).
Η χρήση ομηρικών στίχων ή του ομηρικού ύφους ήταν καθ’ όλη την αρχαιότητα, φυσικά και κατά την ελληνιστική εποχή, ένας βασικός τρόπος για να δηλώσει κανείς την κατοχή κλασσικής παιδείας, καθοριστικό στοιχείο της ελληνικής εθνικής ταυτότητας για τον αρχαίο ελληνικό κόσμο.
Διότι δεν ήταν απλώς θέμα ιστορικής ή φιλολογικής κατάρτισης όπως π.χ. αν γνωρίζεις καλά σήμερα από την εγκύκλια παιδεία την ιστορία της Αρχαίας Ελλάδας ή τον «Ύμνο εις την Ελευθερίαν» του Σολωμού. Για τους αρχαίους Έλληνες δεν εννοούνταν να είσαι Έλλην αν δεν γνώριζες τα ομηρικά έπη.
Η αναγωγή της ομιλίας σε ομηρικούς στίχους ή ομηρικά θέματα ήταν για τους αρχάιους μας πρόγονους ότι είναι -ας πούμε- για τους σύγχρουνους κομμουνιστές η παράθεση ή η παράφραση "τσιτάτων" του Μάρξ. Για παράδειγμα, ο ομηρικός στίχος της Οδύσσειας (Ραψ. α, 3) «πολλῶν δ᾽ ἀνθρώπων ἴδεν ἄστεα καὶ νόον ἔγνω», χρησιμοποιούμενος ως μοτίβο αλλά παραλλαγμένος κατάλληλα, χρησιμοποιήθηκε συχνότατα στην αρχαιότητα για να δηλώνει τον κοσμογυρισμένο άνθρωπο. Για τον ίδιο λόγο της δήλωσης κλασσικής του παιδείας και μέσω αυτής της ελληνικότητάς του, ο Σώφυτος δανείζεται και αυτός την ομηρική έκφραση στο στίχο 11: «ἰῶν εἰς ἄστεα πολλὰ» (μετ.: γύρισα σε πόλεις πολλές).
Παραθέτω στα σχόλια και έναν πολύ διαβασμένο σχολιαστή του fb που εντοπίζει και αυτός ομηρικά στοιχεία στο ποίημα του Σώφυτου [4]: «το επίρρημα δηρόν (δηρός = μακρός) που σημαίνει “για πολύ χρόνο” και η λέξη ἴς (ἰνός) που είναι η ισχύς» (Μιλάμε σωστά... Γράφουμε σωστά...| Facebook)
Ακόμη πιο εντυπωσιακή είναι η χρήση σπάνιων λέξεων όπως: «κοκυῶν» (στ. 1, =πρόγονοι), «τυννὸς» (στ. 3, =τόσο μικρός), «εὖνις» (στ. 4, =στερημένος) που απαντούν σε πολύ εξεζητημένα κείμενα (Καλλίμαχος, Θεόκριτος), τα οποία δύσκολα θα περίμενε κανείς να έχουν διαδοθεί ως την Αραχωσία. Κι όμως…
Αλλά από τέτοιες λεπτομέρειες αποκαλύπτεται η μεγάλη εικόνα για την οποία θα μιλήσουμε πιο κάτω.
Είναι φυσικό να υπάρχει σχετική αμφιβολία για το κείμενο του ποιήματος, ακριβώς γιατί δεν έχει καθοριστεί η αρχαιολογική προέλευση της στήλης (τόπος, ακριβής χρόνος εύρεσης), ενώ σήμερα είναι απροσπέλαστη στους ερευνητές. Αλλά το υψηλό λογοτεχνικό ύφος και η φιλολογική αρτιότητα του ποιήματος είναι βασικό επιχείρημα για την αυθεντικότητά του.
Οι τρεις ακαδημαϊκοί (Bernard, Pinault και Rougemont), οι οποίοι πρωτοεξέτασαν τη στήλη το 2004 και οι οποίοι την σχολίασαν διεξοδικά ως προς το φιλολογικό και ιστορικό της περιεχόμενο, τονίζουν ότι, αν η στήλη ήταν προϊόν πλαστογράφησης, τότε ο πλαστογράφος πρέπει να είχε επαρκή εποπτεία της αρχαίας ελληνικής λογοτεχνίας (κλασσικής και όχι μόνον), να είχε καλή γνώση των ινδικών ονομάτων (μέσω της πιθανής αλλαγής φωνολογίας) και να ήταν εξαιρετικά λεπτολόγος, ώστε να θέσει κάποιες μικρές ατέλειες στην όλη σύνθεση, σε βαθμό όμως κατάλληλο ώστε να ενισχύει αντί να φαλκιδεύει την εικόνα της αυθεντικότητας.
Μόνο μια πολύ μεγάλη χρηματική ή ηθική αμοιβή (όπως η ευρεία διεθνής δημοσιότητα για μια τεράστια αρχαιολογική ανακάλυψη) θα δικαιολογούσε τέτοια κοπιαστική και σοφιστικέ εργασία. Αυτή η εκδοχή όμως δεν φαίνεται καθόλου πιθανότερη από την εκδοχή της αυθεντικότητας.
Υπάρχουν επίσης πραγματολογικά επιχειρήματα υπέρ της αυθεντικότητας, όπως το γεγονός ότι ο ασβεστόλιθος έχει την ίδια σύνθεση με άλλες στήλες που έχουν βρεθεί στην περιοχή, οι οποίες είναι σίγουρα αυθεντικές γιατί έχουν βρεθεί σε συγκεκριμένο ιστορικό και χωρικό πλαίσιο (βλ. Έδικτα του Ασόκα).
Το πιθανότερο συνεπώς είναι ότι, όντως είμαστε μπροστά στη δημόσια δήλωση ενός Φιλέλληνα Ινδού της Αραχωσίας, υπερήφανου για την ελληνική του παιδεία όσο και για τις ελληνικές αξίες και για τους ελληνικούς μύθους που ενστερνίζεται.
Για να το διαφωτίσουμε καλύτερα αυτό, ας κάνουμε έναν παραλληλισμό με τη -σχεδόν- σύγχρονη εποχή και ας πάμε στην αποικιοκρατούμενη Ινδία της Βρετανικής Αυτοκρατορίας. Η Ινδία είναι πανάρχαια χώρα στην οποία άνθισαν κατά τους αιώνες λαμπροί πνευματικοί πολιτισμοί. Κατακτήθηκε όμως από μια μακρινή ευρωπαϊκή δύναμη, η οποία την κυβέρνησε για δύο περίπου αιώνες (μεταξύ 1750 και 1945 μ.Χ.) με σχετικά ελάχιστη βία, έχοντας εγκαταστήσει εκεί όλους και όλους περίπου 5.000 μόνιμους κυβερνητικούς υπαλλήλους, αρχικά της ιδιωτικής Εταιρίας των Ανατολικών Ινδιών και μετά του Βρετανικού Στέμματος [5].
Σ’ αυτή την πολυπληθή, πλούσια, μορφωμένη και πολιτισμένη Ινδία υπερίσχυσαν για δύο περίπου αιώνες, όχι τα βρετανικά όπλα (όταν χρειάστηκε χρησιμοποιήθηκαν βεβαίως και αυτά και με βάρβαρο τρόπο) αλλά πρώτιστα η γοητεία του ευρωπαϊκού πολιτισμού, η βρετανική ικανότητα διακυβέρνησης και ο βρετανικός νόμος.
Οι Ινδοί της άρχουσας τάξης, από τους Μαχαραγιάδες έως τους ντόπιους ανώτατους υπαλλήλους τους, υιοθέτησαν κυρίως τη βρετανική γλώσσα (αν και όχι πλήρως τη βρετανική παιδεία) όσο και τους βρετανικούς τρόπους και χόμπυ (κρίκετ, ντύσιμο, λέσχες, τσάι κ.α.), ως ένδειξη φιλοδυτικού εκμοντερνισμού, αφομοιώνοντας σε μεγάλο βαθμό τον πολιτισμό του κατακτητή [6].
Ο Σώφυτός μας μάλλον προσομοιάζει αρκετά προς έναν τέτοιο αριστοκράτη Ινδό της αποικιοκρατούμενης Ινδίας του τέλους του 19ου αιώνα, όταν η Βρετανική Αυτοκρατορία βρισκόταν στο ζενίθ της στρατιωτικής, πολιτικής και πολιτισμικής της ισχύος.
Κατά την εποχή του Σώφυτου, στην ελληνιστική Αραχωσία, η οποία μόλις είχε ξαναπεράσει απ’ τους Μαουρύα πίσω στην κυριαρχία του Ελληνοβακτριανού Βασιλείου, φαίνεται ότι είχαν διατηρηθεί οι αριστοκρατικές οικογένειες της περιόδου των Αχαιμενιδών, οι οποίες συνέχισαν να διοικούν την περιοχή τουλάχιστον για 150-200 χρόνια μετά την κατάκτησή της από τον Αλέξανδρο.
Οι εγχώριες αυτές αρχοντικές οικογένειες, αλλά και όσοι Βάκτριοι και Αραχώσιοι γεννήθηκαν εκ των υστέρων από τις επιγαμίες ντόπιων γυναικών με τους Έλληνες στρατιώτες και τους Έλληνες αποίκους που ήρθαν από την κυρίως Ελλάδα για να εγκατασταθούν στην περιοχή, προσεταιρίστηκαν ολόψυχα τον ελληνικό πολιτισμό και εξελληνίστηκαν ως προς τη γλώσσα, την παιδεία, τη μυθολογία, την αισθητική και τον πολιτισμό γενικότερα (ως στάση ζωής και ως αξιακό σύνολο).
Φυσικά, μιλάμε για ένα φάσμα του βαθμού αφομοίωσης: από τη σχετικά επιφανειακή χρήση της ελληνικής γλώσσας για διευκόλυνση του εξαγωγικού εμπορίου και για την επαφή με τη δημόσια διοίκηση, μέχρι την πλήρη ταυτοποίησή τους με το ελληνικό πολιτισμικό πρότυπο [7].
Η εθνική ταυτοποίηση με την Ελλάδα φαίνεται ότι ίσχυσε πλήρως για τους μιγαδικούς πληθυσμούς. Για τον ινδικής όμως καταγωγής Σώφυτο, η πλήρης ταύτισή του με την ελληνική παιδεία, τις ελληνικές αξίες και τους ελληνικούς μύθους είναι ακόμη σημαντικότερη, γιατί αυτός δεν πρέπει να διέθετε καθόλου ελληνικό γενετικό υπόβαθρο. Η μη ελληνική του καταγωγή δηλώνεται ακριβώς από το ινδικό όνομά του. Σύμφωνα με τον απαράβατο κανόνα της ελληνικής ονοματολογίας, αν προερχόταν από ελληνική αρρενογονία τότε είναι σίγουρο ότι θα είχε ελληνικό όνομα. Εδώ είναι μόνο μόνο η φωνολογία που παραλλάζει την ινδική ρίζα των ονομάτων προς την ελληνότροπη προφορά τους.
Είναι λοιπόν ακόμη πιο εντυπωσιακό ότι κάποιος χωρίς Έλληνες προγόνους διατράνωσε δημόσια και με τόση υπερηφάνεια την ελληνικότητά του!
Μια άλλη παρεμφερής και συμπληρωματική παρατήρηση είναι ότι οι Μαουρύα αυτοκράτορες, οι οποίοι κυβέρνησαν την περιοχή για 130 χρόνια περίπου (305-185 π.Χ.), όχι μόνο δεν ξερίζωσαν τον ελληνικό πολιτισμό, ο οποίος μόλις είχε αρχίσει να εγκαθίσταται στην περιοχή αλλά αντίθετα τον άφησαν να ριζώσει βαθύτερα και ν’ ανθίσει [8].
Η ισχυρότατη, μεγάλης διάρκειας (πάνω από τρεις αιώνες μετά την εκστρατεία του Αλεξάνδρου) και εξαιρετικά επιδραστική διείσδυση του ελληνικού πολιτισμού βαθιά μέσα στην κεντρική Ασία (Αραχωσία) είναι καταπληκτική:
- η περιοχή ήταν εξαιρετικά απομακρυσμένη από την ιστορική μεσογειακή κοιτίδα των Ελλήνων,
- ο Ελληνισμός είχε εκεί ελάχιστη προηγούμενη παρουσία (ίσως μόνο κάποιοι Έλληνες ταξιδευτές εντός της Αυτοκρατορίας των Αχαιμενιδών),
- οι Μαουρύα αντικατέστησαν τους Σελευκίδες 30 μόλις χρόνια μετά από το πέρασμα του Αλέξανδρου,
- με την έλευση των Μαουρύα η περιοχή αφαιρέθηκε από την ελληνική (Σελευκιδική και Ελληνοβακτριανή) στρατιωτική και πολιτική δικαιοδοσία, για πάνω από ένα αιώνα,
- ο Ελληνισμός είχε ν’ ανταγωνιστεί την έλξη των υψηλότατου επιπέδου πολιτισμών των Αχαιμενιδών όσο και των ανατολικότερων λαών της ινδικής χερσονήσου.
Αυτή η πολιτισμική νίκη του Ελληνισμού είναι, νομίζω, το πιο εντυπωσιακό στοιχείο που αποκαλύπτει η στήλη του Σώφυτου.
Με την εκστρατεία του Αλεξάνδρου, λες και έσπασε ένα γιγάντιο φράγμα και απελευθερώθηκε η τεράστια πολιτισμική ισχύς του Ελληνισμού. Ο ελληνικός πολιτισμός εισέρρεε ορμητικός και ασταμάτητος προς την Ανατολή, φτάνοντας σταδιακά βαθιά μέσα στην σοφή Ινδία (η εκστρατεία του Μένανδρου Α’ Σωτήρος ή Δικαίου ή Μέγα περί το 160 π.Χ. ως την την πρωτεύουσα των Μαουρύα Παταλιπούτρα), αγγίζοντας ακόμα και τις παρυφές της κραταιάς Κίνας, γονιμοποιώντας δημιουργικά στο διάβα του τους επίσης κορυφαίους κατά τόπους πολιτισμούς (Ελληνοβουδιστική τέχνη της Γανδάρα, πήλινος Στρατός από τερακότα [9]).
Όταν έστηνε ο Σώφυτος τη στήλη του πάνω στο οικογενειακό μνήμα ή έξω από το μεγαλοπρεπές σπίτι του, γνώριζε καλά ότι απευθυνόταν σε ένα πολυάριθμο και ραφινάτο κοινό (τουλάχιστον αυτό της ανώτερης τάξης του τόπου του), το οποίο ήταν πλήρως εξοικειωμένο με την πιο υψηλού επιπέδου ελληνική παιδεία, στα νάματα της οποία εμβαπτίστηκαν παιδιόθεν.
Κάποιοι σύγχρονοί του αναγνώστες της στήλης ίσως ήταν «αυθεντικοί» Έλληνες, όσοι δηλαδή είχαν απώτερη ελληνική γενετική καταγωγή και γι’ αυτό ταυτίζονταν απόλυτα εθνικά με τον Ελληνισμό.
Μπορεί όμως οι περισσότεροι να ήταν αμιγώς Ινδικής ή Βακτριανής καταγωγής, αλλά να είχαν υιοθετήσει για γενιές την ελληνική παιδεία και τους ελληνικούς τρόπους. Αυτοί δεν είχαν απλώς ενδυθεί τον Ελληνισμό εξωτερικά και χρηστικά μόνον, ως μέσο οικονομικής ανέλιξης και κοινωνικής καταξίωσης· αντίθετα, τον είχαν ασπαστεί πνευματικά και συναισθηματικά ως μέρος της δικής τους εσωτερικής ταυτότητας.
Όλοι αυτοί, Έλληνες και Ελληνίζοντες, ήταν μέλη της Ελληνικής Οικουμένης που δημιούργησε με θέληση και τη μεγαλοφυία του ο Αλέξανδρος ο ΜΕΓΑΣ!, η οποία εκκινούσε από τα εμπορεία της Ιβηρικής και από τις ζωηρές αποικίες της Δυτικής Μεσόγειου, συνέχιζε στην κραταιά Μεγάλη Ελλάδα της Σικελίας και της Κάτω Ιταλίας, διέτρεχε τις ακτές της πλούσιας Κυρηναϊκής και του εξωτικού Εύξεινου Πόντου, περνούσε από την αρχική κοιτίδα της πτωχής αλλά ανήσυχης Ελλάδας, διάβαινε προς τη φωτεινή Ιωνία και -τώρα πλέον- εξακτινώνονταν ως τις παρυφές της Νουβίας και του Καυκάσου, ως τις εσχατιές της Βακτριανής και της Σογδιανής, ως την αυλή της Ινδίας και ως τα προπύλαια της Κίνας.
Η Οικουμενική Ελλάδα εκτεινόταν στ’ αλήθεια μέχρις εκεί όπου έφτανε η ελληνική γλώσσα, η ελληνική σκέψη και η ελληνική ματιά του κόσμου.
Αυτόν τον περίλαμπρο ελληνιστικό οικουμενισμό συνέλαβε ο σύγχρονός μας ποιητής, ο οποίος έζησε στην πόλη που ίδρυσε ο Μέγας της Ελληνικής Οικουμένης και η οποία φέρει ακόμη και σήμερα τ’ όνομά του. Εκεί στην Αλεξάνδρεια (μία είναι η Αλεξάνδρεια, η πρώτη και η πιο λαμπρή απ’ όλες όσες ίδρυσε ο Αλέξανδρος), στο γύρισμα του προηγούμενου αιώνα ακτινοβόλησε η ύστερη αναλαμπή ενός -παρελθόντος πια- κοσμοπολίτικου Ελληνισμού. Ο ποιητής ένιωθε την αντανάκλαση του αρχαίου οικουμενικού παρελθόντος γράφοντας τούτα τα υπέροχα λόγια:
«…Εμείς· οι Αλεξανδρείς, οι Αντιοχείς,
οι Σελευκείς, κι οι πολυάριθμοι 25
επίλοιποι Έλληνες Αιγύπτου και Συρίας,
κι οι εν Μηδία, κι οι εν Περσίδι, κι όσοι άλλοι.
Με τες εκτεταμένες επικράτειες,
με την ποικίλη δράσι των στοχαστικών προσαρμογών.
Και την Κοινήν Ελληνική Λαλιά 30
ώς μέσα στην Βακτριανή την πήγαμεν, ώς τους Ινδούς…»
(Κωνσταντίνος Π. Καβάφης: Στα 200 π.Χ., 1931, απόσπασμα)
Σ’ ευχαριστούμε, ω Σώφυτε, Φιλέλληνα και ματαιόδοξε…
Σημειώσεις:
[1]: Το χαρακτηριστικό ειρωνικό τελείωμα του ποιήματος αναφέρεται προφανώς στους «ματαιόσπουδους» της αθηναϊκής Ελλάδας που όταν επισκέπτονταν την Αλεξάνδρεια των αρχών του 20ου αιώνα θα νόμιζαν ότι βρίσκονταν σε κάποια επαρχία του μικρού Ελλαδικού Κράτους. Αν είναι δυνατόν! Να συγκριθεί σ' εκείνο τον καιρό η θλιβερή Αθήνα των λίγων δεκάδων χιλιάδων κατοίκων, επήλυδων κυρίως της ελληνικής επαρχίας, η αρχοντοχωριάτισσα με το βαρύ όνομα, περιτριγυρισμένη όμως από αλλόγλωσσους γκάγκαρους Αρβανίτες, με την κοσμοπολίτικη, εκλεπτυσμένη, μορφωμένη και απαστράπτουσα Αλεξάνδρεια του καιρού του Καβάφη!
[2]: Η αρχαία ελληνική θρησκεία δεν είναι αποκαλυπτικού τύπου, δεν έχει ιερά βιβλία ούτε αφιερωμένο ιερατείο με την έννοια των μεγάλων μονοθεϊστικών θρησκειών της σημερινής εποχής. Η θρησκεία των αρχαίων Ελλήνων ήταν η συστατική μυθολογία του ελληνικού έθνους, όπου: «…Στην αρχαία Ελλάδα, η λέξη «ἔθνος» σήμαινε γενικώς το σύνολο, την ομάδα, και είχε πολλές εφαρμογές στον καθημερινό λόγο. Γλωσσολογικά, ανάγεται στο έτυμον «εθ-», εκ του οποίου προέρχονται επίσης οι λέξεις ἔθος και έθιμο [1801], που περιγράφουν εκφάνσεις της κοινής παραδόσεως μίας συλλογικότητος. Στην Ιλιάδα του Ομήρου μπορούμε να διαπιστώσουμε την απόδοση του όρου σε διάφορα σύνολα: «ἔθνος ἑταίρων», «ἔθνος πεζῶν», «ἔθνος Ἀχαιῶν», «ἔθνος ὀρνίθων» κ.τ.λ….» Βλέπε: Η έννοια του έθνους και η ιστορική συνέχεια του Ελληνισμού - Cognosco Team.
[3]: Βλέπε Πηγή [1], σελ. 191, στήλη του Paccius Maximus, στην Καλάμπσα της Κάτω Νουβίας, 2ος αιώνας μ.Χ.
[4]: …«Η επιγραφή έχει πολλά ομηρικά στοιχεία. Θα δώσω κάποια παραδείγματα στα οποία φαίνεται το ομηρικό ύφος και λεξιλόγιο:
αὐτὰρ ἐγὼ, τυννὸς κομιδῆι βιότοιό τε πατρῶν (Όμως εγώ από μικρός την φροντίδα των γονέων…)
ὑμνητὸς δὲ πέλων πάτρην ἐτέεσσιν ἐσῖγμαι (Με δόξα επιστρέφω μετά από χρόνια στην πατρίδα)
Άλλα ομηρικά ατοιχεία είναι το επίρρημα δηρόν (δηρός = μακρός) που σημαίνει “για πολύ χρόνο” και η λέξη ἴς (ἰνός) που είναι η ισχύς. Σαν δοτική και οργανική πτώση αναφέρεται το ίφι, το οποίο επιβιώνει σε ονόματα όπως η Ιφιγένεια και ο Ιφικλής.
Και κάτι ακόμα. Στην επιγραφή υπάρχει η φράση “ὕψιστον κτᾶσθαι πρὶμ μ᾽ άγαθῶν ἄφενος”. Όχι δεν πρόκειται για την απόδειξη ότι το πριμ είναι ελληνική λέξη. Αυτό που συμβαίνει είναι ότι το τελικό ν στην λέξη “πριν” τράπηκε σε μ, προ του μ της επόμενης λέξης: πρίν μέ → πρίμ μέ.
Το φαινόμενο απαντάται και σε άλλες επιγραφές και φανερώνει την προφορά σε τέτοιες περιπτώσεις, αλλά συνήθως δεν γραφόταν έτσι. Από την άλλη, ο κανόνας ακολουθείται όπως ξέρουμε, στην σύνθεση λέξεων, πχ συμμερίζομαι, συμβάλλω κλπ.
Να συμπληρώσω ότι η φράση σημαίνει “πριν αποκτήσω τεράστιο πλούτο αγαθών”.»…
[5]: Η Βρετανική Εταιρεία Ανατολικών Ινδιών (EIC) ιδρύθηκε στις 31 Δεκεμβρίου 1600 από τη Βασίλισσα Ελισάβετ Α΄ για να ανταγωνιστεί τις ολλανδικές και πορτογαλικές δυνάμεις στο εμπόριο μπαχαρικών, μεταξιού, τσαγιού και βαμβακιού.
Η Εταιρεία απέκτησε τον εδαφικό έλεγχο της Ινδίας (Βεγγάλη, Βομβάη, Μαντράς) μετά τη Μάχη του Πλάσεϊ το 1757, διοικώντας τεράστιες εκτάσεις και πληθυσμούς.
Στο απόγειό της, διέθετε ιδιωτικό στρατό 260.000 ανδρών, μεγαλύτερο από τον τακτικό βρετανικό στρατό εκείνης της εποχής.
Μετά την Ινδική Εξέγερση του 1857, η Βρετανική Κυβέρνηση ανέλαβε τον άμεσο έλεγχο των εδαφών (1858) και η Εταιρεία διαλύθηκε επίσημα το 1874.
[6]: Το σημερινό ανάλογο είναι η υιοθέτηση, παγκοσμίως, της αμερικανικής εκδοχής αγγλικής όσο και της αμερικανικής (υπο)κουλτούρας στο φαγητό, το ντύσιμο, τη μουσική, τον κινηματογράφο κλπ.
[7]: Στον αρχαίο ελληνικό κόσμο η σχέση αιματοσυγγένειας ακολουθεί αποκλειστικά την ανδρική γραμμή καταγωγής. Αρκούσε να έχει πατέρα Έλληνα άποικο στη Βακτρία για να ξεκινήσει μια γραμμή «αυθεντικών» Ελλήνων κατ’ αρρενογονία. Π.χ. τα εγγόνια του Έλληνα στρατιώτη που ήρθε πρώτος σε επιγαμία με μια Βακτριανή σύζυγο, ενώ όλες οι υπόλοιπες επιγαμίες έγιναν με ντόπιες συζύγου, είχαν μόνο 25% ελληνικά γονίδια, ήδη, συντριπτικά μικρότερο ποσοστό σε σχέση με την γενετική εντοπιότητα του υπόλοιπου 75%. Για τους υπόλοιπου Έλληνες, τα εγγόνια αυτά ήταν αυθεντικοί Έλληνες στην καταγωγή και έπρεπε να διαπαιδαγωγηθούν κατά το ελληνικό πρότυπο (ελληνική μυθολογία, ομηρικά έπη).
[8]: Οι δυναστεία των Μαουρύα ήταν γενικά μια περίοδος φωτισμένης μοναρχίας για την Ινδία (και την Αραχωσία) καθώς ήταν ανεξίθρησκοι και ανεκτικοί ηγεμόνες. Το απόγειό της η δυναστεία το γνώρισε με τον περίφημο Ασόκα (τον επικαλούμενο Μέγα, εγγονό του ιδρυτή Τσαντραγκούπτα).
Τα Έδικτά του, τα οποία δημοσίευε σε λίθινες στήλες (33 έχουν βρεθεί σε όλης την Ινδία, το Πακιστάν και το Αφγανιστάν), μιλούν στους υπηκόους του με σοφία και σύνεση για τις αξίες του βουδισμού, τη θρησκευτική ανεκτικότητα, τη δημιουργία μιας δίκαιης κοινωνίας και την προστασία των ζώων.
Μια στήλη του Ασόκα που έχει βρεθεί στην Κανταχάρ, είναι ένα δίγλωσσο διάταγμα που γράφτηκε στα ελληνικά και στα αραμαϊκά, πράγμα που δηλώνει ότι τα τελευταία, τα οποία χρησιμοποιούνταν ήδη από του Αχαιμενίδες, ήταν η πιο διαδεδομένη κοινή γλώσσα -lingua franca- στην Αραχωσία, ενώ τα ελληνικά ήταν η γλώσσα της διοίκησης, του πολιτισμού και της παιδείας.
[9]: Ο περίφημος πήλινος στρατός που βρίσκεται στο μαυσωλείο, του 1ου αυτοκράτορα της Κίνας, του Τσιν Σι Χουάνγκ (3ος αιώνα π.Χ.), αποτελείται από χιλιάδες μορφές πήλινων αγαλμάτων σε ανθρώπινη κλίμακα, κάτι που δεν είχε εμφανιστεί πουθενά στην κινεζική επικράτεια μέχρι τότε, καθώς όλη η τέχνη της αγαλματοποιίας και των πήλινων ειδωλίων αφορούσε μικρές σε διάσταση μορφές.
Το 2016 Κινέζοι αρχαιολόγοι ανακοίνωσαν πως θεωρούν πιθανό ότι τα αγάλματα των πολεμιστών του εμπνεύστηκαν από την ελληνική τεχνοτροπία, ή πως σχεδιάστηκαν από Έλληνες γλύπτες, με τους οποίους οι Κινέζοι ήρθαν σε επαφή στα δυτικά της χώρας κατά την περίοδο της διακυβέρνησης του Τσιν Σι Χουάνγκ.
Πηγές:
[1]: The Hellenistic Far East: Archæology, Language, and Identity in Greek Central Asia: Amazon.co.uk: Mairs, Rachel: 9780520292468: Books (σελ. 106-117).