Αδαμάντιος Κοραής, ο Χίος!
Απόσπασμα απο το βιβλίο μου, Τα Επιτεύγματα της Ελευθερίας των Ελλήνων, σελ. 57 -61)
Β.1.1. ΑΔΑΜΑΝΤΙΟΣ ΚΟΡΑΗΣ (Σμύρνη 1748 - Παρίσι 1833)
Ο Κοραής υπήρξε η μεγαλύτερη μορφή του Νεοελληνικού Διαφωτισμού. Στο Παρίσι όπου ζούσε κατά τα προεπαναστατικά χρόνια είχε αποκτήσει τη φήμη σοφού ανάμεσα στους διανοούμενους και στους λόγιους της Ευρώπης και της Αμερικής, γι’ αυτό οι απόψεις του για την Επανάσταση βάρυναν ιδιαίτερα στη θέαση που είχαν οι Ευρωπαίοι για τους Έλληνες και τον Αγώνα τους. Το κύρος του ανάμεσα στους εγγράμματους Έλληνες και στους λόγιους του Έθνους ήταν ακόμα μεγαλύτερο, έτσι οι θέσεις του στα κοινωνικά και πολιτικά ζητήματα, όπως και το συγγραφικό του έργο, επηρέασαν αποφασιστικά την εξέλιξη του επίσημου γλωσσικού οργάνου του νέου Κράτους, των εκπαιδευτικών του θεσμών και της εκπαιδευτικής του φιλοσοφίας. Κατά συνέπεια, η επιρροή του Κοραή ήταν τεράστια στην ιδεολογική και πνευματική εξέλιξη της νέας ελληνικής κοινωνίας.
Γεννήθηκε στη Σμύρνη το 1748 σε ευκατάστατη και πολύ μορφωμένη οικογένεια [1] με καταγωγή εκ πατρός από τη Χίο και εκ μητρός από την Αρετσού (Ρύσιο της Βυθινίας). Ο ίδιος όμως αυτοπροσδιοριζόταν πάντα ως «Χίος» και μέχρι το τέλος της ζωής του υπερηφανευόταν για τον τόπο καταγωγής του. Από την εφηβική ηλικία έδειξε ιδιοφυή κλίση προς τα γράμματα και το προικισμένο του πνεύμα άρχισε να καταβροχθίζει όλη τη γύρω διαθέσιμη εγκυκλοπαιδική και φιλολογική γνώση. Είχε καταπληκτική κλίση στη γλωσσομάθεια (έμαθε 9 γλώσσες στη ζωή του) και ασχολήθηκε εντατικά, από νέος ακόμη, με την αρχαία ελληνική γραμματεία.
Ασφυκτιώντας, όπως δήλωνε, μέσα στο καθυστερημένο μορφωτικά περιβάλλον της Οθωμανικής Ανατολής, σε ηλικία 24 ετών έπεισε την οικογένειά του ώστε να τον αφήσουν να ανοίξει πανιά για το Άμστερνταμ. Με προκάλυμμα την αντιπροσώπευση του εμπορικού οίκου του πατέρα του, έζησε εκεί για έξι χρόνια. Ήταν μια περίοδος πνευματικά γόνιμη αλλά και γεμάτη ελαφρόμυαλες διασκεδάσεις. Γρήγορα έδειξε ότι δεν έκανε για το εμπόριο και τελικά ανακλήθηκε στην πατρική εστία, αφήνοντας με λύπη πίσω τις νεανικές ασωτίες.
Μαθημένος πια στους τρόπους της φιλελεύθερης και πολυπολιτισμικής εμποροκρατικής ευρωπαϊκής πόλης, τώρα πνιγόταν στην οπισθοδρομική, τουρκοκρατούμενη Σμύρνη. Κατάφερε να πείσει τους γονείς του να ξαναφύγει, για να σπουδάσει αυτή τη φορά γιατρός στη φημισμένη σχολή του Μονπελιέ.
Παρά την σχετικά προχωρημένη του ηλικία –ή ίσως γι’ αυτό ακριβώς– σε αυτή την ενασχόληση διέπρεψε. Στο τέλος των σπουδών του και καθώς πλέον οι γονείς του είχαν φύγει από τη ζωή, ένιωσε ελεύθερος να μείνει στην Ευρώπη.
Επισκέφτηκε το Παρίσι λίγο πριν το ξέσπασμα της Γαλλικής Επανάστασης, έχοντας σκοπό να μελετήσει στις εκεί βιβλιοθήκες την αρχαία ελληνική γραμματεία, η οποία παρέμενε η αρχική και πιο αγαπημένη του πνευματική κλίση. Εκεί ένιωσε σαν τον χρυσοθήρα που ανακάλυψε τη μεγάλη φλέβα. Δεν τον ένοιαζαν οι πρακτικές δυσκολίες όσο μάζευε με απληστία από ολόγυρά του το χρυσάφι της γνώσης. Έζησε αδιάλειπτα στο Παρίσι για τα επόμενα 45 χρόνια, μέχρι το τέλος της ζωής του, απορροφημένος από τις μελέτες του και βιώνοντας από κοντά και με τεράστιες δυσκολίες βιοπορισμού τα κοσμοϊστορικά γεγονότα της Επανάστασης, των Ναπολεόντειων πολέμων, της Παλινόρθωσης και της Επανάστασης του 1830.
Η σύντομη αυτή αναφορά στην πορεία του Κοραή από τη Σμύρνη στο Άμστερνταμ, στο Μονπελιέ και τελικά στο Παρίσι, είναι χαρακτηριστική της ταχείας οικονομικής και μορφωτικής ανόδου της αστικής τάξης των Ελλήνων της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας από τα μέσα του 18ου αιώνα. Ο παραδοσιακός αγωγός της δημιουργικότητας των Ρωμιών μέχρι τότε ήταν το εμπόριο. Με τα ταξίδια, την υλική βάση και τις διεθνείς εμπειρίες που αποκτούσε κανείς με το εμπόριο, ένας Ρωμιός προικισμένος με ανησυχία, τόλμη και ευφυΐα, μπορούσε να εκδηλώσει συνάμα ενδιαφέρον για τα πνευματικά και πολιτιστικά δρώμενα της Ευρώπης, ακόμα και να καλλιεργήσει τις κλίσεις του προς την καθαρή γνώση, τον πολιτισμό και τη φιλοσοφία. Οι πρώτες γενιές του εμπορίου άνοιξαν τον δρόμο για τις επόμενες γενιές του πνεύματος.
Ο Κοραής δραπέτευσε από την Ανατολή –τη γερασμένη και σκλαβωμένη μητέρα της γνώσης– γυρνώντας το βλέμμα προς τη Δύση του Διαφωτισμού και της πολιτιστικής προόδου. Ίσως από ιερό δέος προς τους προγόνους, αυτός στράφηκε στην αρχαιογνωσία, καταφέρνοντας να κατακτήσει στον μέγιστο βαθμό την κλασική γραμματεία, την οποία αξιολόγησε και αξιοποίησε μέσα από την προοπτική του σύγχρονου Ευρωπαϊκού Διαφωτισμού. Με την ευρυμάθειά του απέκτησε τεράστια φήμη ανάμεσα στους υπόλοιπους ευρωπαίους αρχαιοδίφες, κερδίζοντας τη βαθιά εκτίμηση των πιο προβεβλημένων λογίων, καθώς και μέγιστων πολιτικών ηγετών [2], ενώ αναγνωρίστηκε εν ζωή καθολικά από τους σύγχρονούς του Έλληνες διανοούμενους ως πνευματικός φάρος του Γένους.
Άρχισε τις εκδόσεις των αρχαίων Ελλήνων κλασσικών το 1799 (έργα του Θεόφραστου, του Ιπποκράτη, του Ηλιόδωρου κ.α.), αλλά από το 1805 και μετά –με τη χορηγία των Γιαννιωτών Ζωσιμάδων– ξεκίνησε τη σειρά «Ελληνική Βιβλιοθήκη», η οποία συνεχίστηκε έως το 1827 και η οποία στάθηκε το μεγάλο του έργο. Εκεί περιέλαβε έργα του Πλουτάρχου, του Ισοκράτη, του Αριστοτέλη, του Ξενοφώντα, του Γαληνού, του Στράβωνα κ.α. Οι εκδόσεις αυτές ήταν φιλολογικά γεγονότα στο Παρίσι. Στα «Προλεγόμενα» της εκάστοτε έκδοσης έβρισκε την ευκαιρία να περιγράψει την εικόνα του σύγχρονου Ελληνισμού και να παροτρύνει τους Ευρωπαίους για συμπαράσταση προς το Έθνος του. Τόσο στα «Προλεγόμενα» όσο και στις επιστολές του κατέθετε επίσης και τις απόψεις του για την παιδεία, τη διδασκαλία και το περιεχόμενο των εκπαιδευτικών εγχειριδίων, όπως και για την ίδια την ελληνική γλώσσα.
Μελετώντας τα έργα των κλασικών, προσπαθούσε να αποστάξει ό,τι μπορούσε να χρησιμεύσει για την αναγέννηση του δικού του Έθνους. Ο στόχος του ήταν να βοηθήσει ν’ αποκτήσουν οι στερημένοι υπόδουλοι Έλληνες γενική μόρφωση, να δεχθούν και να αφομοιώσουν την καινούργια πνευματική παραγωγή της Δύσης. Θα κατάφερναν έτσι –«εν καιρώ»– όχι μόνο να επαναστατήσουν απέναντι στον Σουλτάνο αλλά και να πραγματώσουν μια σύγχρονη, δίκαιη, δημοκρατική και ελεύθερη κοινωνία.
Έβλεπε τα παλιά κοινωνικά και οικονομικά συμφέροντα του ελλαδικού χώρου αλλά και τις νέες αναδυόμενες πολιτικές δυνάμεις του Ελληνισμού, να αντιστέκονται στον πολιτικό του στόχο της πλατιάς διάχυσης του νάματος του Διαφωτισμού σε όλο τον Ελληνισμό μέσω της παιδείας. Από το Παρίσι εξαπέλυε με την πένα του βέλη βουτηγμένα στο οξύ: προς την κοσμική πλευρά της Εκκλησίας, προς το Πατριαρχείο, προς τη συμβιβασμένη νέα ελίτ του Φαναρίου, προς τους τουρκόδουλους κοτζαμπάσηδες. Προειδοποιούσε ότι, αν δεν ήταν έτοιμες οι πνευματικές και ηθικές συνθήκες στη λαϊκή βάση του πληθυσμού, τότε μπορεί ο Τούρκος να έφευγε μόνο και μόνο για να έρθουν οι «χριστιανοί τουρκίζοντες» όπως έγραφε. [3]
Πίστευε και αυτός –όπως και ο Καποδίστριας, τον οποίο όμως αντιπολιτεύθηκε από το Παρίσι με σκληρότατο τρόπο [4]– ότι για να έχει νόημα και τύχη ο εθνικός αγώνας χρειαζόταν να προπορευθεί η ηθική και μορφωτική ανάταξη του Έθνους και η γονιμοποίησή του με το πνεύμα του Διαφωτισμού. Έπρεπε να προηγηθεί η απελευθέρωση των δημιουργικών δυνάμεων του Γένους μέσω της «μετακένωσης» –δικός του όρος– της ευρωπαϊκής γνώσης και μετά μόνο να γεμίσουν τα καριοφίλια βόλια. Όταν λοιπόν ξέσπασε η Επανάσταση αυτός τη χαρακτήρισε άκαιρη (δηλαδή πρόωρη).
Το θεολογικό του έργο τον απασχολούσε συνεχώς, μιας και ήταν συνειδητός και πιστός ορθόδοξος. Η στάση που κράτησε ήταν σύμφωνη με την προσέγγιση ενός λόγιου. Έβλεπε τη δογματική διδασκαλία να έχει ατονήσει πλήρως λόγω της απαιδευσίας των κληρικών, ιδίως των μοναχών. Η θεολογία είχε καταντήσει λαϊκή ηθικολογία και μόνο. Γι’ αυτό εντόπισε και μετέφρασε από την γερμανική έκδοση το ρωσικό κατηχητικό έργο «Ορθόδοξος Διδασκαλία», το οποίο έκρινε ως το πληρέστερο από τα διαθέσιμα. Μετά την Απελευθέρωση, η «Κατήχησις» του Κοραή εκδόθηκε με έγκριση της Εκκλησίας και του Κράτους για χρήση από τα σχολεία και τα Γυμνάσια και βοήθησε στη γενική αναβάθμιση της στάθμης της ορθόδοξης δογματικής διδασκαλίας.
Η θέση του για την κοσμική-διοικητική πλευρά της Εκκλησίας είχε επηρεαστεί από τη Γαλλική Επανάσταση και έτσι ήταν κάθετος ως προς την ανάγκη διαχωρισμού της από την Πολιτεία. Η Εκκλησία έπρεπε να είναι ένας θρησκευτικός θεσμός, συνοδικός, αυτοδιοικούμενος και εποπτευόμενος από το Κράτος. Ήθελε επίσης την Εκκλησία της Ελλάδος αυτοκέφαλη, απεξαρτημένη από το αιχμάλωτο Οικουμενικό Πατριαρχείο.
Θεωρούσε την καθομιλούμενη γλώσσα του λαού ως εμπόδιο στην προσπάθεια για πνευματική και ηθική αναγέννηση. Έβλεπε τη δημοτική να έχει «μολυνθεί» μέσα στους αιώνες της τουρκοκρατίας με λέξεις των κατακτητών, οι οποίες παρέπεμπαν στην καταπιεστική καθημερινότητα και στην ηθική της δουλοφροσύνης. Αυτός που πέρασε τη ζωή του μελετώντας τη δοξασμένη αρχαία γλώσσα, θεωρούσε ανάγκη να «καθαρίσει» η δημοτική γλώσσα από τα βαρβαρικά στοιχεία που αλλοίωναν το υψηλό ήθος του αρχαίου λόγου.
Το γλωσσικό ζήτημα απασχόλησε όχι μόνο τον Κοραή αλλά και την πλειονότητα των Ελλήνων λογίων της εποχής. Ο ίδιος όμως δεν υποστήριξε τα άκρα. Δεν ζήτησε ούτε την επαναφορά της αρχαίας γλώσσας ούτε την εγκαθίδρυση της κοινής (δημοτικής) ως επίσημης γλώσσας του νέου Κράτους. Ούτε ήταν αυτός που έφτιαξε και παρέδωσε έτοιμη για χρήση από το Έθνος μια επινοημένη –in vitro– «καθαρεύουσα» γλώσσα. Όπως επισημαίνει ο Peter Mackridge, «...δεν σημαίνει ότι ο Κοραής και οι ομόφρονες με αυτόν διανοούμενοι επινόησαν την καθαρεύουσα: αυτή η μορφή της Ελληνικής που πρότειναν ως γλώσσα του κράτους και της παιδείας υπήρχε ήδη, αλλά ήταν πιο πολύ το αποτέλεσμα τυχαίας συνάντησης αρχαίας και νεότερων στοιχείων παρά κάποιος μεθοδικά σχεδιασμένος συμβιβασμός». Η υποστήριξη όμως της γλωσσικής «κάθαρσης» από τη δική του αυθεντία ήταν καθοριστική για την εξέλιξη του γλωσσικού ζητήματος, μέχρι την ανακήρυξη της δημοτικής ως επίσημης γλώσσας του Κράτους το 1976.
Αν και έζησε το ώριμο μέρος της ζωής του στη Δύση, όπου εργαζόταν με επιτυχία και δικαίως τον τιμούσαν εν ζωή για την τεράστια συνεισφορά του στην ευρωπαϊκή παιδεία, αυτός παρέμενε εντούτοις πάντα Έλληνας στη συνείδηση, δηλώνοντας πως ό,τι σκεφτόταν και ό,τι οραματιζόταν το έκανε για το Γένος του.
Πρώτα και κύρια όμως ένιωθε Χιώτης και κληροδότησε τα βιβλία του το μόνο αλλά πολύτιμο περιουσιακό του στοιχείο– στη βιβλιοθήκη της Χίου [5] και όχι στην πρωτεύουσα του νέου Κράτους. Αν και έγινε επίτιμο μέλος της ελίτ του νέου ευρωπαϊκού πνεύματος, παρόλα αυτά, η καρδιά του παλλόταν πάντα χιώτικα.
Πέθανε 84 ετών στο Παρίσι, αφού έζησε μια γονιμότατη πνευματική ζωή προσφέροντας ακάματα στον αγώνα για την πνευματική και ηθική αναγέννηση του Γένους. Ήταν ένας διανοητής παγκόσμιας εμβέλειας, ένας παθιασμένος Ρωμιός, μα πάνω από όλα, ένας περήφανος Χιώτης.
Σημειώσεις:
[1]: Ο πατέρας του εκλεγόταν δημογέροντας και ήταν προβεβλημένο μέλος της κοινότητας (του συστήματος) των Χιωτών της πόλης. Η μητέρα του ήταν εγγράμματη –σπανιότατο για την εποχή– καθώς καταγόταν από οικογένεια λογίων (πατέρας της ήταν ο σχολάρχης της Ευαγγελικής Σχολής Αδαμάντιος Ρύσιος).
[2]: Μετά από μεσολάβηση ενός καθηγητή του Κοραή, ο Ναπολέων τού είχε αναθέσει την μετάφραση στα γαλλικά των έργων του Στράβωνα. Ο Κοραής γνωρίστηκε επίσης προσωπικά με πολλούς επαναστάτες όπως και με τον Τόμας Τζέφερσον, με τον οποίο έκτοτε αλληλογραφούσε τακτικά.
[3]: Κρίνοντας εμείς σήμερα αναδρομικά: είχε προβλέψει σωστά;
[4]: Η μεγάλη αντίθεση του Κοραή στον Καποδίστρια εστιαζόταν στα συμφέροντα των συμπατριωτών του Χιωτών που εγκαταστάθηκαν στη Σύρο και την έκαναν το μεταπολεμικό κέντρο του εμπορίου του Κράτους. Τα τελωνειακά έσοδα που επέβαλε ο Καποδίστριας ήταν «κόκκινο πανί» γι’ αυτούς. Έγραψαν στον Κοραή και αυτός ενστερνίστηκε αμέσως και άκριτα τις αιτιάσεις τους. Άρχισε να αποκαλεί τον Καποδίστρια «κοζάκο», «τύραννο» κ.λπ. Τα ίδια τελωνειακά έσοδα τα διεκδίκησαν για λόγου τους οι Υδραίοι (που έχασαν μεταπολεμικά την εργολαβία να μισθώνουν τα πλοία τους στην Κυβέρνηση) και αυτός ήταν ο κύριος λόγος της δικής τους εναντίωσης στον Κυβερνήτη.
[5]: Φέρει σήμερα το όνομά του.
Ελληνική Επανάσταση, Καποδίστριας, Κοραής Α., Διαφωτισμός, Ελλαδική Εκκλησία, Γαλλική Επανάσταση, Καθαρεύουσα